Κυριακή 5 Μαΐου 2024

Η θηλυκοποίηση του χριστιανισμού

     


Των Brett & Kate McKay (The 
Art of Manliness) / ΚΟ
Το παρακάτω άρθρο περί «θηλυκοποίησης του Χριστιανισμού» (feminization of Christianity), αναφέρεται στον δυτικό (ειδικότερα αμερικάνικο προτεσταντικό) χριστιανισμό - όπου είναι ξεκάθαρο ότι υπάρχει ένα χάσμα μεταξύ των δύο φύλων - και εστιάζει σε μεγάλο βαθμό σε παράγοντες που σχετίζονται με την προσέλευση στην εκκλησία. Το "θηλυκό" και το "αρσενικό" χρησιμοποιούνται σε αυτό το άρθρο για να δηλώσουν εκείνες τις ιδιότητες που, κατά μέσο όρο, τείνουν να συγκεντρώνονται συχνότερα σε γυναίκες και άνδρες, αντίστοιχα, και παραδοσιακά συνδέονται με κάθε φύλο. Δεν λέμε ότι γενικώς η θηλυκοποίηση είναι «κακή» και αντίστοιχα η αρρενοποίηση «καλή». Το ερώτημα που πρέπει να διερευνηθεί είναι γιατί στον σύγχρονο (δυτικό) χριστιανισμό έχει κυριαρχήσει ένα γυναικείο ήθος.

Πότε ξεκίνησε η θηλυκοποίηση του χριστιανισμού;

Η παρουσία αρσενικών στοιχείων μέσα στο Ευαγγέλιο δεν είναι η μόνη απόδειξη ότι η πίστη δεν έγινε αντιληπτή ως κατά κύριο λόγο θηλυκή από την αρχή της, ούτε ότι υπήρχε κάποιο χάσμα των φύλων αρχικά εντός της χριστιανικής θρησκείας.

Πιστεύεται ευρέως ότι η διαφορά μεταξύ της συμμετοχής ανδρών και γυναικών στη χριστιανική πίστη ξεκίνησε ως αποτέλεσμα των φεμινιστικών και αντιπολιτισμικών (κατά της παραδοσιακής κουλτούρας) κινημάτων της δεκαετίας του 1960.

Αλλά αυτό δεν είναι απόλυτα σωστό.

Για να βρούμε τις απαρχές του χάσματος των φύλων στον χριστιανισμό, στην πραγματικότητα πρέπει να πάμε πίσω όχι δεκαετίες, αλλά αιώνες.

           

Ο Χριστιανισμός είναι μια θρησκεία δύο χιλιάδων ετών, και για μεγάλο μέρος αυτής της ιστορίας δεν έχουμε λεπτομερή αρχεία και έρευνες ως προς τα δημογραφικά στοιχεία της δέσμευσης και της παρουσίας στην εκκλησία. Ο καθολικός ερευνητής και λόγιος Δρ. Leon J. Podles πιστεύει ότι άνδρες και γυναίκες ήταν εξίσου αφοσιωμένοι στον Χριστιανισμό στην πρώτη χιλιετία της ύπαρξής του. Δεν υπάρχει, τουλάχιστον, καμία απόδειξη ότι υπήρχε διαφορά στην προσέλευση ούτε κάτι τέτοιο παρατηρήθηκε από τους πρώτους πατέρες της εκκλησίας, οι οποίοι πιθανότατα θα είχαν σημειώσει ένα τέτοιο φαινόμενο.

Ο Podles εικάζει ότι η θηλυκοποίηση του Χριστιανισμού ξεκίνησε περίπου τον 13ο αιώνα, αλλά αυτό που γνωρίζουμε με βεβαιότητα είναι ότι ξεκίνησε τουλάχιστον από τον 17ο αιώνα στην Αμερική. Στην πραγματικότητα, το χάσμα έφτασε ακριβώς μαζί με τους πουριτανούς αποίκους της χώρας. Οι κατάλογοι των πρώιμων εκκλησιών της Νέας Αγγλίας δείχνουν περισσότερα γυναίκες παρά άντρες μέλη, παρά το γεγονός ότι υπήρχαν περίπου 150 άνδρες έως 100 γυναίκες στον πληθυσμό συνολικά.

      

Το 1692, ο πουριτανός λειτουργός Cotton Mather παρατήρησε την κατάσταση αυτή στην αποικία του κόλπου της Μασαχουσέτης:

«Υπάρχουν πολύ περισσότερες θεοσεβείς γυναίκες στον κόσμο από θεοσεβείς άντρες... Πηγαίνω σε εκκλησίες των τριακοσίων ή τετρακοσίων και εκεί υπάρχουν γύρω στους εκατό άνδρες και όλοι οι υπόλοιπες είναι γυναίκες».

Η παρατήρηση του Mather για μια αναλογία 4:1 γυναικών προς άντρες της προσέλευσης στην εκκλησία είναι ακόμη πιο εντυπωσιακή όταν σκεφτεί κανείς ότι η μεταξύ των αποίκων η αναλογία ανδρών/γυναικών ήταν 3:2.

Τον 19ο αιώνα, το χάσμα των φύλων φαίνεται να διευρύνθηκε ακόμη περισσότερο.

Το 1899, ο λειτουργός με έδρα τη Νέα Υόρκη Cortland Myers, έγραψε ένα άρθρο με τίτλο «Γιατί οι άνδρες δεν πηγαίνουν στην εκκλησία;» στην οποία παρατήρησε ότι «Από τα μέλη των εκκλησιών σχεδόν τα τρία τέταρτα είναι γυναίκες. Τα εννέα δέκατα του εκκλησιάσματος στις περισσότερες εκκλησίες είναι γυναίκες. Σε μια μεγάλη εκκλησία μέτρησα διακόσιες γυναίκες και δέκα άνδρες». Μια έρευνα που διεξήχθη από τους New York Times μόλις λίγα χρόνια αργότερα επιβεβαίωσε την παρατήρηση του Myers, διαπιστώνοντας ότι «το 69% των πιστών του Μανχάταν ήταν γυναίκες».

Το χάσμα μεταξύ των φύλων παρέμεινε και τον 20ο αιώνα, με μια έρευνα που διεξήχθη από το YMCA το 1910 διαπίστωσε ότι οι γυναίκες αποτελούσαν τα 2/3 των μελών της εκκλησίας. Μέχρι το 1929, πιθανώς λόγω των προσπαθειών του κινήματος του «μυώδους Χριστιανισμού» (“muscular Christianity” – κίνημα που εμφανίστηκε στα τέλη του 19ου για να κάνει τον Χριστιανισμό πιο αρρενωπό, ίσως κάνουμε κάποιο άρθρο αργότερα), η αναλογία είχε μειωθεί ελαφρώς σε 59% γυναίκες και 41% άνδρες.

Η μόνη φορά που η αναλογία των φύλων στην εκκλησιαστική παρουσία ήταν ανάλογη με τον πληθυσμό γενικά ήταν στη μεταπολεμική περίοδο των δεκαετιών του 1950 και του 1960, όταν η παρακολούθηση μιας λειτουργίας έγινε μέρος του προαστιακού πληθυσμού για άνδρες και γυναίκες.

Μετά από αυτό, άνοιξε ξανά και τώρα βρίσκεται στο 61% γυναίκες - 39% άνδρες. Και εκεί έγκειται η εκπληκτική λύση: το χάσμα των φύλων του Χριστιανισμού είναι στην πραγματικότητα μικρότερο τώρα από ό,τι ήταν πριν από έναν ή δύο αιώνες.

                      

Ίσως αναρωτιέστε αν το χάσμα μεταξύ των φύλων έχει να κάνει με τους άνδρες που ταξιδεύουν για δουλειά, ή πεθαίνουν στον πόλεμο, ή απλώς δεν ζουν όσο οι γυναίκες, αλλά το φαινόμενο παρατηρείται και σε περιόδους γεωργίας και εκβιομηχάνισης και αγροτική ζωής και αστικοποίησης και καιρού πολέμου και ειρήνης, και σε κοινωνίες όπου οι άνδρες υπερτερούν των γυναικών στο γενικό πληθυσμό, οπότε κανένας από αυτούς τους λόγους δεν μπορεί να εξηγήσει επαρκώς το μέγεθος της ανισότητας αναλογίας των φύλων στον χριστιανισμό. Τι συνέβαλε λοιπόν στη δημιουργία του χάσματος;

Οι σπόροι του χάσματος των φύλων

         

Ο Podles επισημαίνει αρκετούς παράγοντες που εμφανίστηκαν στον Μεσαίωνα που πιστεύει ότι οδήγησαν στην θηλυκοποίηση του Χριστιανισμού, ο πιο αξιοσημείωτος από τους οποίους είναι η άνοδος του «νυφικού μυστικισμού» (“bridal mysticism”).

Στην Καινή Διαθήκη, ο Ιησούς παρομοιάζεται με έναν γαμπρό που πρόκειται να έρθει για τη νύφη του - τους πιστούς του. Η νύφη συμβολίζει την εκκλησία στο σύνολό της.

Αλλά στο Μεσαίωνα, οι γυναίκες μυστικίστριες, ακολουθώντας το παράδειγμα καθολικών στοχαστών όπως ο Bernard of Clairvaux, άρχισαν να αναπτύσσουν μια ερμηνεία της σχέσης γαμπρού/νύφης ως αντιπροσώπευσης αυτού που υπήρχε όχι μόνο μεταξύ του Χριστού και της εκκλησίας εν συνόλω, αλλά και του Χριστού και της κάθε ψυχής. Ο Ιησούς έγινε όχι μόνο ο Σωτήρας όλου του κόσμου, αλλά ένας προσωπικός εραστής, του οποίου η ένωση με τους πιστούς περιγράφεται με ερωτικές εικόνες. Βασιζόμενοι στο Άσμα Ασμάτων της Παλαιάς Διαθήκης, χρησιμοποιώντας το ως αλληγορία για να περιγράψουν τη σχέση του Θεού με ένα άτομο, παρά με ολόκληρο τον λαό του (όπως παραδοσιακά ερμηνευόταν), ανέπτυξαν έναν νέο τρόπο για να σχετιστεί ο Χριστιανός στον Χριστό – που χαρακτηρίζεται από την ερωτική λαχτάρα της επαφής.

Έτσι, η Γερμανίδα μοναχή Margareta Ebna (1291-1351) περιέγραψε τον Ιησού να τη διαπερνά «με το δόρυ της αγάπης Του», ενθουσιασμένη που ένιωθε τα «θαυμάσια δυνατά χτυπήματά του στην καρδιά μου», αν και παραπονέθηκε ότι «μερικές φορές δεν μπορούσα να αντέξω τέτοια δυνατή πίεση στο εσωτερικό μου».

Η ιδέα του Χριστιανού ως Νύφης του Χριστού θα μεταφερθεί από τον Καθολικισμό στον Προτεσταντισμό. Ο ίδιος ο πουριτανός Mather δήλωνε ότι «Ο Σωτήρας μας παντρεύεται με την Εκκλησία γενικά, αλλά παντρεύεται επίσης και με κάθε πιστό μεμονωμένο».

                           

Στο “Why Men Hate Going to Church”, ο David Murrow επισημαίνει ότι οι νυφικές εικόνες που γεννήθηκαν τον Μεσαίωνα συνεχίζονται στη σύγχρονη εποχή, παραθέτοντας βιβλία με τίτλους περιγράφουν την σχέση του πιστού με τον Χριστό ως «ρομάντζο», όπως το “Falling In Love With Jesus: Abandoning Yourself to the Greatest Romance of Your Life” και συγγραφείς που ενθαρρύνουν σθεναρά τις γυναίκες «να φαντάζονται τον Ιησού ως τον προσωπικό τους εραστή», ο οποίος «θα ικανοποιήσει πραγματικά τις ενδόμυχες επιθυμίες τους».

                             

Ενώ πολλά από αυτά που ο Murrow αποκαλεί «η εικόνα του Ιησού ως το boyfriend μου» απευθύνεται σε γυναίκες, ο Murrow πιστεύει ότι έχει διαχυθεί σε ολόκληρο τον χριστιανικό πληθυσμό, ώστε είναι αρκετά σύνηθες πάστορες να περιγράφουν έναν ευσεβή άνδρα ως «ολότελα ερωτευμένο με τον Ιησού», ενώ αυτού του είδους η γλώσσα της ρομαντικής σχέσης είναι επίσης πολύ συνηθισμένη στα σύγχρονα χριστιανικά τραγούδια, με στίχους τόσο ερωτικούς που μερικές φορές δεν διακρίνονται από εκείνους των «κοσμικών» τραγουδιών..

     

Ο Murrow υποστηρίζει ότι αυτή η εικόνα του ατόμου-ως-νύφη είναι αντιβιβλική, καθώς οι άνθρωποι της Γραφής αγαπούσαν τον Θεό, αλλά ποτέ δεν ήταν δήλωναν «τρελά ερωτευμένοι» μαζί του, ενώ ο Podles πιστεύει ότι η άνοδος αυτών των νυφικών εικόνων οδήγησε τους άνδρες να αρχίσουν να εγκαταλείπουν την πίστη κατά τον ύστερο Μεσαίωνα. Και οι δύο πιστεύουν ότι είναι ένας παράγοντας στο γιατί το ευαγγέλιο προσελκύει περισσότερες γυναίκες παρά άνδρες, καθώς τους είναι δύσκολο να ταυτιστούν με ερωτευμένη παρθένα νύφη. Η ιδέα του Ιησού ως συντρόφου και στοργικού προστάτη είναι πιο ελκυστική για τις γυναίκες, λένε, ενώ οι άνδρες αναζητούν έναν ηγέτη - έναν πανίσχυρο, κατακτητή βασιλιά για να πολεμήσουν μαζί του, αντί να «κουρνιάσουν» δίπλα του.

Η άνοδος της νυφικής απεικόνισης έκανε τη χριστιανική αφήγηση λιγότερο ελκυστική για τους άνδρες, αλλά και ώθησε το γενικό ήθος της πίστης σε μια πιο θηλυκή κατεύθυνση. Οι αξίες που συνδέονται με τις νύφες, ειδικά κατά τους περασμένους αιώνες - αγάπη, προστασία, άνεση, παθητικότητα, υπακοή, εξάρτηση, δεκτικότητα - άρχισαν να κυριαρχούν στο ήθος του χριστιανικού μηνύματος και εκτόπισαν τα πιο αρρενωπά του χαρακτηριστικά, όπως αυτό του πόνου, της θυσίας, και της μάχης.

Η άνοδος μιας αφήγησης που επικεντρωνόταν στον Ιησού ως προσωπικό εραστή, βοήθησε επίσης να μεταμορφωθεί το χριστιανικό ευαγγέλιο σε μια «ιδιωτική υπόθεση». Οι άντρες είναι εγγενώς εξωστρεφείς – ο ανδρισμός σε όλους τους πολιτισμούς και τις εποχές έπρεπε να επιδιωχθεί και να αποδειχθεί στη δημόσια σφαίρα – αλλά ο μυστικισμός του Μεσαίωνα άρχισε να στρέφει τη χριστιανική πίστη προς μια εσωτερική κατεύθυνση.

Όπως λέει ο Podles, «η μεταφορά του ρόλου της νύφης από την εκκλησία στην κάθε μία ψυχή, βοήθησε να δημιουργηθεί ο ευσεβής ατομικισμός που διέλυσε την εκκλησιαστική κοινότητα στη Δύση». Όταν «η μόνη πραγματική ανησυχία του Χριστιανισμού είναι το «Ο Ιησούς και εγώ»», οδηγείσαι σε μια προαιρετική προσέλευση στην εκκλησία και σε μια πίστη, η οποία δεν επηρεάζει τομείς όπως η πολιτική, αφού το μόνο που έχει σημασία είναι η προσωπική «σχέση» κάποιου με τον Χριστό. Η πίστη είναι θέμα συναισθήματος, παρά πράξης.

Η βιομηχανική επανάσταση

Η θρησκεία ως η σφαίρα των γυναικών

                 

Εάν οι σπόροι της θηλυκοποίησης του Χριστιανισμού φυτεύτηκαν στο Μεσαίωνα, αυτοί οι σπόροι καρποφόρησαν πλήρως τον 19ο αιώνα. Ποιο ήταν το λίπασμα; Η βιομηχανική επανάσταση.

Στις αγροτικές κοινωνίες, άνδρες και γυναίκες εργάζονταν μαζί στην οικονομία του νοικοκυριού – η εργασία και η ζωή τους αλληλεπικαλύπτονταν σε μεγάλο βαθμό.

Με την άνοδο της εκβιομηχάνισης, άρχισαν να κινούνται σε όλο και πιο ξεχωριστές σφαίρες. Οι άντρες πήγαν να δουλέψουν σε εργοστάσια και οι γυναίκες έμεναν σπίτι για να ασχοληθούν με τα οικιακά. Φυσικά, ορισμένες γυναίκες (και παιδιά) δούλευαν και στη νέα βιομηχανική οικονομία, αλλά αυτές ήταν σε μεγάλο βαθμό ανύπαντρες γυναίκες. Το 1890, μόνο το 4,5% όλων των παντρεμένων γυναικών «απασχολούνταν κερδοφόρα».

Ένα νέο σύστημα αξιών εμφανίστηκε για να ενθαρρύνει αυτή τη νέα οικονομική δομή. Ονομάστηκε «λατρεία της οικογενείας» ή «λατρεία της αληθινής γυναικείας ζωής» (“cult of domesticity” / “cult of true womanhood”) και υποστήριζε ότι ο μεγαλύτερος ρόλος της γυναίκας ήταν αυτός της συζύγου και της μητέρας και ότι οι υψηλότερες αρετές της επικεντρώνονταν στην ευσέβεια, την αγνότητα, την υποταγή, και ότι ήταν υπεύθυνη να είναι «το φως του σπιτιού», ο θεματοφύλακας της αρετής. Οι γυναίκες έπρεπε να διδάξουν στα παιδιά τους ηθικές αρχές και να καθαρίσουν τους συζύγους τους από τη βρωμιά – κυριολεκτικά και μεταφορικά – που συσσώρευαν στους στίβους της δουλειάς και της πολιτικής.

Καθώς η ευσέβεια άρχισε να συνδέεται ολοένα και περισσότερο με τη σφαίρα της γυναικείας ζωής, η θρησκευτικότητα άρχισε να θεωρείται ως κάτι περισσότερο γυναικείο. Προκειμένου να αφιερώνουν περισσότερο χρόνο στις επιχειρήσεις, οι άνδρες θα μπορούσαν να αναθέσουν τα θέμα της πίστης και της οικογένειας, στις γυναίκες τους. Έτσι, οι άνδρες μπορούσαν να ασχοληθούν με τα εγκόσμια, βασιζόμενοι στις γυναίκες ότι αυτές θα τους τραβήξουν πίσω στην εστία και προς τα πάνω στον ουρανό με την προσωπική τους ευσέβεια.

Με τις γυναίκες να αποτελούν τα ¾ των εκκλησιών, άρχισε να αναπτύσσεται μια συμβιωτική σχέση μεταξύ γυναικών και κληρικών. Αφού δεν είχαν επιρροή στη δημόσια σφαίρα, οι γυναίκες άρχισαν να την αναπτύσσουν μέσα στην εκκλησία. Όσο περισσότερες γυναίκες εμφανίζονταν, τόσο περισσότεροι πάστορες δημιουργούσαν προγράμματα και θέσεις για αυτές και προσάρμοζαν τα μηνύματά στο «καλύτερο φύλο». Οι άνδρες ήταν ευτελή, προβληματικά πλάσματα, ενώ οι γυναίκες άγγελοι - οι φύλακες της πίστης και της ηθικής.

Όσο πιο θηλυκές γίνονταν οι λειτουργίες, τόσο περισσότεροι άνδρες έμεναν μακριά. Και όσο περισσότερες γυναίκες συμμετείχαν στην εκκλησία, τόσο περισσότερο οι λειτουργοί ασχολούντο με τις ανάγκες τους. Και ο κύκλος συνεχίστηκε, επιδεινώνοντας τη θηλυκοποίηση του Χριστιανισμού.

Έλλειψη αρσενικών ποιμένων/ηγετών

Οι λειτουργοί του 19ου αιώνα είχαν τη φήμη ότι ήταν ευαίσθητοι, οι τύποι του αγοριού της μαμάς, που θα ένιωθε πιο άνετα πίνοντας τσάι με κυρίες από το να παίζει ράγκμπι και αυτή η φήμη δεν ήταν εντελώς αδικαιολόγητη. Καθώς οι πάστορες ξόδεψαν το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου τους με το ποίμνιο και αυτό το ποίμνιο ήταν μέχρι και 75% γυναίκες, αυτοί οι πάστορες δεν βρίσκονταν συχνά σε αντρικούς κύκλους.

Μελέτες μάλιστα έδειξαν ότι ο σύγχρονος λειτουργός έχει, κατά μέσο όρο, λιγότερο τεστοστερόνη από άνδρες που βρίσκονται σε άλλες τομείς. Αυτό οδήγησε σε ένα φαύλο κύκλο, αφού λίγοι άντρες ήθελαν να γίνουν κληρικοί, καθώς του συνέδεαν με το πρότυπο του μαλθακού άντρα.

         

Την ίδια στιγμή όσες εκκλησίες άνοιξαν τις πόρτες στην ιεροσύνη των γυναικών αντιμετώπισαν πρόβλημα αριθμού των μελών, καθώς όπως έχει αποδειχθεί οι ταχύτερα αναπτυσσόμενες εκκλησίες στην Αμερική, έχουν άντρα επικεφαλής.

Το 1994, η (αγγλικανική) εκκλησία υποδέχτηκε τις πρώτες γυναίκες ιέρειες. Δέκα χρόνια αργότερα, χειροτονούσε περισσότερες γυναίκες από άνδρες. Την ίδια περίοδο, ο δείκτης συμμετοχής της εκκλησίας μεταξύ γυναικών / ανδρών από το 55-45 πήγε στο 63-37.8 Η εκκλησία της Αγγλίας γίνεται γρήγορα μια εκκλησία γυναικών, στην οποία ηγούνται γυναίκες και ποιμένονται γυναίκες.

Όπως προβλέπει ο Podles σε λίγο "ο προτεστάντης λειτουργός θα αποτελεί ένα επάγγελμα στο οποίο θα κυριαρχούν γυναίκες, όπως η νοσηλευτική".

Μια πιο soft θεολογία

Στη σημερινή εκκλησία, το Ευαγγέλιο δεν αφορά την σωτηρία του κόσμου, αλλά την εύρεση μιας ευτυχισμένης σχέσης με έναν υπέροχο άντρα, όπως λέει ο David Murrow

Με περισσότερες τις γυναίκες στις εκκλησίες, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι η θεολογία και τα μηνύματα που ακούγονται από τον άμβωνα «αγγίζουν» την γυναικεία ψυχή.

Όπως υποστηρίζει ο Podles, οι άνδρες σκέφτονται πιο απόλυτα - μέσα ή έξω, μαύρο ή άσπρο, την ώρα που οι γυναίκες (και οι θηλυκοί άνδρες) τείνουν να κάνουν το αντίθετο και επιθυμούν να ξεπεράσουν τις διαφορές και τις συγκρούσεις, για χάρη της «αποδοχής» και των ειρηνικών σχέσεων.

Κατά συνέπεια, τα σύγχρονα κηρύγματα τείνουν να απομακρύνουν την αντίθεση μεταξύ παράδεισου και κόλασης, αμαρτίας και ζωής, προβάτων και κατσικιών. Υπάρχουν λιγότερες κλήσεις για πόλεμο, λιγότερες κλήσεις για τους χριστιανούς να αναλάβουν το σταυρό τους και να γίνουν στρατιώτες για τον Χριστό. Υπάρχει λιγότερη έμφαση στην ανάγκη να υποφέρουμε, να αγωνιστούμε και να θυσιαστούμε για το Ευαγγέλιο και για τους άλλους και μεγαλύτερη έμφαση στον τρόπο με τον οποίο το ευαγγέλιο μπορεί να είναι μια ατομική αυτο-πραγμάτωση και αυτο-ολοκλήρωση. Το ευαγγέλιο δεν παρουσιάζεται ως ηρωική πρόκληση, αλλά η θεραπεία - ο τρόπος για να "ζήσεις την καλύτερη ζωή σου τώρα" (“your best life now”, τίτλος ‘χριστιανικού’ bestseller) Η εστίαση είναι πως θα ανταμειφθείς και θα ξεπεράσεις όλα τα εμπόδια. Μόνο κέρδος, πουθενά πόνο;.

                     

Ο Murrow παρατηρεί ότι ο σύγχρονος δείκτης του Ευαγγελίου μετατρέπει το αρχικό μήνυμα της πίστης όπου ο Ιησούς «υπόσχεται την ταλαιπωρία, την δοκιμασία και τον πόνο... ο σημερινός Χριστιανισμός προβάλλεται ως το αντίδοτο για τον πόνο, την δοκιμασία και τον πόνο. Ενδεικτικό αυτών των αλλαγών είναι ο τρόπος με τον οποίο η «βασιλεία του Θεού» έχει υποβαθμιστεί υπέρ της «οικογένειας του Θεού» και η αποστολή υπέρ των «σχέσεων». Είναι σχεδόν αδύνατο να παρακολουθήσουμε μια ευαγγελική λειτουργία σήμερα χωρίς να ακούσουμε τη φράση «προσωπική σχέση με τον Χριστό» τουλάχιστον μία φορά.

Η «προσωπική σχέση» με τον Χριστό έχει γίνει ο νούμερο ένα όρος στα ευαγγελικά κηρύγματα για την περιγραφή της χριστιανικής ζωής. Γιατί; Επειδή ανταποκρίνεται στην βαθύτερη επιθυμία μιας γυναίκας -μια προσωπική σχέση με έναν άνδρα που την αγαπά χωρίς όρους. Κι όμως. Όταν ο Χριστός κάλεσε τους μαθητές Του, δεν είπε: «Ελάτε, να έχετε μια προσωπική σχέση μαζί μου». Το «ακολουθήστε με» σήμαινε μια αποστολή. Έναν στόχο.

Συναισθηματική/ρομαντική μουσική

Οι βικτοριανές γυναίκες, όπως ο Harriet Beecher Stowe, περιέγραψαν τη χριστιανική θρησκεία ως "άνετη", "ποιητική", "όμορφη", "γλυκιά" και "αγαπητή" και αυτές οι ιδιότητες αντανακλώνται στους εκκλησιαστικούς ύμνους του 19ου αιώνα. Αραιά και που υπάρχει κάποια αρσενική μελωδία όπως το πολεμικό “Onward Christian Soldiers,” αλλά οι ύμνοι τείνουν συχνότερα στον θηλυκό και συναισθηματικό – έπαινο της μητρότητας και της οικιακής ευδαιμονίας. Το 1915, ο Charles H. Richards, συνθέτης πολλών ύμνων, σημείωσε την υπερβολική χρήση "τραγουδιών ασαφούς και ονειρεμένου συναισθηματισμού".

Στα τέλη του 20ου και στις αρχές του 21ου αιώνα η μουσική “praise and worship” ("P & W") αντικατέστησε τους κλασσικούς ύμνους σε πολλές δυτικές εκκλησίες. Πριν από την P & W, οι Χριστιανοί τραγουδούσαν ύμνους για τον Θεό. Τώρα τραγουδούν κυρίως στον Θεό. Η διαφορά μπορεί να φαίνεται λεπτή, αλλά αλλάζει εντελώς τον τρόπο με τον οποίο οι πιστοί σχετίζονται με τον Παντοδύναμο. Η P & W εισήγαγε μια οικειότητα με τον Θεό που απουσιάζει σε πολλούς ύμνους. Στους ύμνους ο Θεός είναι μεγάλος. Ισχυρός. Είναι ηγέτης. Με την P & W, ο Θεός είναι στο πλευρό μου. Οικείος. Είναι εραστής.

Θηλυκή αισθητική

Την θηλυκοποίηση των ύμνων και των μηνυμάτων ακολούθησε η συνολική κουλτούρα, ατμόσφαιρα και αισθητική των εκκλησιών, με περίτεχνε κουρτίνες, μεταξωτά λουλούδια, δαντέλες κλπ. Τα έργα τέχνης που κοσμούν τις εκκλησίες,  πήραν μια στροφή προς το θηλυκό κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Το 1925, ο συγγραφέας Bruce Barton έγραψε ότι η λαϊκή κουλτούρα παρουσίασε τον Ιησού σαν «έναν αδύναμο, εύθραυστο άντρα, με ένα soft πρόσωπο, που ελάχιστη ομοιότητα είχε με τον νομαδικό, τραχύ, ξυλουργό που απεικονίζεται στις γραφές.

Έλλειψη κινδύνου και καινοτομίας

   

Οι άνδρες, κατά μέσο όρο, είναι πιο διατεθειμένοι να διακινδυνέψουν από τις γυναίκες. Αυτός μπορεί να είναι ο λόγος που το χάσμα μεταξύ των δύο φύλων δεν υπήρχε τους πρώτους αιώνες της ιστορίας του Χριστιανισμού. Πριν η πίστη γίνει μια καθιερωμένη θρησκεία - το status quo - ήταν κάτι επαναστατικό και ακόμη και επικίνδυνο, απαιτώντας τεράστια θυσία, ακόμη και της ίδιας στο της ζωής. Το να είσαι χριστιανός ήταν κάτι που θα δοκίμαζες για πρώτη φορά.

Όμως, καθώς ο Χριστιανισμός έγινε η κυρίαρχη θρησκεία σε πολλές χώρες και πολιτισμούς, έχασε το επαναστατικό, επικίνδυνο ήθος του. Έγινε μεγαλύτερος ο κίνδυνος για το καθεστώς και τη θέση κάποιου στην κοινωνία να μην είναι χριστιανός και να συμμορφώνεται με τον κυρίαρχο κανόνα ενός πολιτισμού. Αυτή η αυξανόμενη εδραίωση μπορεί τελικά να έχει κάνει τη χριστιανική θρησκεία λιγότερο ελκυστική για τους άνδρες.

Η εκκλησία έγινε πιο θεσμική, πιο συστημική, πιο ασφαλής και προβλέψιμη, χωρίς πρακτικές ανοιχτές στην αλλαγή, την πρόκληση και τον πειραματισμό. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι άνδρες μπορεί να αισθάνονται άχρηστοι και απογοητευμένοι. Θέλουν να αναλαμβάνουν κινδύνους και να εξελίσσονται. Θέλουν να βοηθήσουν τα πράγματα πιο αποτελεσματικά.

Σήμερα, η μουσική και τα μηνύματα έχουν σχεδιαστεί για να προκαλέσουν συγκίνηση. Όλη η "δράση" της πίστης συμβαίνει εσωτερικά, ενώ το σώμα παραμένει σε αδράνεια. Η «πνευματικότητα» είναι καθιστική!

Αυτό το είδος έκφρασης, αυτή η παθητική εμπειρία μπορεί να είναι βαρετή και για τα δύο φύλα, αλλά μπορεί να είναι περισσότερο για τους άνδρες που τείνουν να είναι πιο κινητικοί και βαριούνται πιο εύκολα.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Η θηλυκοποίηση του Χριστιανισμού ξεκίνησε κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα, αυξήθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα και συνεχίζεται.

Καθώς οι γυναίκες παρακολουθούν την εκκλησία σε μεγαλύτερο αριθμό από τους άντρες, ο πάστορας προσαρμόζει τα μηνύματα του σε αυτές και φαίνονται έτσι να είναι πιο πνευματικές από τους άνδρες, να είναι το θρησκευτικά ανώτερο φύλο.

Συνεπώς, οι γυναίκες θεωρούνται ότι είναι το μοντέλο για το πώς πρέπει να μοιάζει η πνευματικότητα, μία πνευματικότητα που εκδηλώνεται με συναισθηματικούς, λεκτικούς και σχεσιακούς τρόπους.

Και έτσι το χάσμα των φύλων παραμένει.

ΚΟ / πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου