Το στοιχείο «εκβιασμού» μπορεί να χρησιμοποιηθεί ακόμη κι από τη μικρή Κύπρο…
Είχα την ευκαιρία πρόσφατα να ανατρέξω στην πλούσια ιστορία της Κύπρου και να συνειδητοποιήσω ξανά την τεράστια στρατηγική σημασία που είχε διά μέσου των αιώνων. Δεν είναι τυχαίο που ποτέ δεν υπήρξε ένα ανεξάρτητο κράτος εκτός από το 1960 και μετά, με όλες τις γνωστές αμφισβητήσεις. Πάντοτε ο δυνατός της περιοχής ήθελε την Κύπρο υπό την κυριαρχία του, για να μπορεί να εκμεταλλεύεται τη γεωστρατηγική της θέση. Αλλά και σήμερα οι ταλαιπωρίες που υφίσταται δεν είναι άσχετες μ’ αυτή.

Ούτε οι ομορφιές της, ούτε τα εύφορα εδάφη της, ούτε ο ορυκτός της πλούτος (κι οι πρόσφατα ανακαλυφθέντες υδρογονάνθρακές της) αποτελούν τον πόλο έλξης για τους δυνατούς της εποχής. Κι ασφαλώς δεν ήταν η κακή κατάσταση που βρέθηκαν οι Τ/κ που ώθησε την Τουρκία να εισβάλει στην Κύπρο το 1974. Ποτέ δεν είχε αποδεχτεί την εγκατάλειψή της μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μήπως, λοιπόν, είναι καιρός κι εμείς να «εκμεταλλευθούμε» το πλεονέκτημα αυτό κι από ιστορικό μειονέκτημα να το μετατρέψουμε σε πλεονέκτημα; Πιστεύω ότι το Συμβούλιο Γεωστρατηγικών Μελετών θα πρέπει να μελετήσει διάφορες πτυχές του θέματος μετά το τελευταίο αδιέξοδο του Εθνικού Συμβουλίου.
Σε προηγούμενο άρθρο αναφέρθηκα στην αξιοποίηση της οικονομικής σημασίας της γεωστρατηγικής θέσης μας. Είναι κρίμα που η προσπάθεια που έγινε παλιότερα διακόπηκε. Θα μπορούσαμε να διερευνήσουμε κατά πόσον μεγάλες μακρινές χώρες θα ενδιαφέρονταν να χρησιμοποιήσουν την Κύπρο σαν σταθμό για προϊόντα τους για εξαγωγή στις γύρω χώρες ή στην Ε.Ε. Η εξαγωγή μικρών ποσοτήτων στις χώρες αυτές από τόσο μακριά είναι υψηλού κόστους, κάτι που θα αντιμετωπίζετο εάν εγίνετο σε μεγάλες ποσότητες ή κατόπιν επεξεργασίας.
Είναι γι’ αυτόν τον λόγο που ζήτησα να δούμε μ’ αυτόν τον φακό το μέλλον της Διεθνούς Έκθεσης Κύπρου μέσα στα πλαίσια της συζήτησης για τους Ημικρατικούς Οργανισμούς, καθώς και της Ελεύθερης Βιομηχανικής Περιοχής Λάρνακας. Μάλιστα πολλές απ’ αυτές τις χώρες θα μπορούσαν να κάμουν σημαντικές επενδύσεις στους χώρους αυτούς κι άλλους, όπως κοντά στα λιμάνια και τα αεροδρόμια.
Μέσα στα ίδια πλαίσια θα μπορούσαμε να αξιοποιήσουμε κι άλλους παράγοντες της γεωστρατηγικής μας θέσης, χωρίς να παραγνωρίζουμε τη σημασία των οικονομικών συμφερόντων στη θωράκιση της ακεραιότητας και της ανεξαρτησίας της χώρας.
Πρώτα θα πρέπει να προσπαθήσουμε να αξιοποιήσουμε τη θέση μας στην Ε.Ε. Το προσωπικό μου στοίχημα, όταν το 1980 ανέλαβα τη διαπραγμάτευση της Τ. Ένωσης Κύπρου-ΕΟΚ, ήταν η ένταξη της Κύπρου στην ευρωπαική οικογένεια, όχι τόσο για οικονομικούς λόγους, που ήταν εμφανείς, όσο γιατί πίστευα ότι θα θωρακίζαμε σαν μέλος της Ε.Ε. τα νώτα μας έναντι περαιτέρω επιβουλών της Τουρκίας και θα ήμαστε σε καλύτερη θέση να διεκδικήσουμε μια δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού.
Δυστυχώς, μέχρι τώρα η ιδιότητα του πλήρους μέλους της Ε.Ε. δεν μας βοήθησε, ούτε το ένα να διασφαλίσουμε οριστικά ούτε το άλλο να προωθήσουμε. Άρα η πρώτη μας ενέργεια θα πρέπει να είναι προς την Ε.Ε., με στόχο την άσκηση πιέσεων για μια τέτοια βοήθεια.
Κάποτε η Ε.Ε. όρισε εκπρόσωπό της στην προσπάθεια επίλυσης του Κυπριακού, με όχι και τόσο θετικά αποτελέσματα. Δεν είναι καιρός να ζητήσουμε από την Ε.Ε. να ενδιαφερθεί περισσότερο για το πρόβλημα που αντιμετωπίζει ένα κράτος-μέλος της; Πού είναι η περίφημη κοινοτική αλληλεγγύη; Δεν αντιλαμβάνονται ότι ο διαμελισμός της Κύπρου θα είναι προεόρτια για αρκετό αριθμό ευρωπαϊκών χωρών με εσωτερικά προβλήματα; Ανάλογα επιχειρήματα θα πρέπει να παρουσιαστούν και προς τις ΗΠΑ, τον νέο στρατηγικό μας εταίρο. Οι ΗΠΑ θα πρέπει, επιτέλους, να αποφασίσουν τι θα πράξουν στο θέμα της Κύπρου.
Μια τρίτη πτυχή που θα πρέπει να μελετηθεί, είναι στην περίπτωση που τα πιο πάνω δεν καρποφορήσουν ή χρειάζεται κάποια πίεση για να καρποφορήσουν. Μένουμε όπως είμαστε, με κίνδυνο να παγιωθεί η σημερινή διχοτομική κατάσταση, ή προχωρούμε στη διερεύνηση άλλων διεξόδων; Παρόλο που δεν θα “πρεπε κι ούτε μπορούμε να λειτουργήσουμε εκβιαστικά, η ύπαρξη ενός Σχεδίου Β’ μπορεί να βοηθήσει διακριτικά στις πιο πάνω κύριες ενέργειές μας. Τουλάχιστον θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μοχλός πίεσης για επίδειξη μεγαλύτερου ενδιαφέροντος.
Βασικά το Σχέδιο Β’ θα πρέπει να διαλαμβάνει την απάντηση στο τι κάνουμε σε περίπτωση που διαφανεί ότι η διαιώνιση της παρούσας κατάστασης οδηγεί τελικά σε μόνιμη παγίωση και «νομιμοποίησή» της, που θα ισοδυναμεί με «λύση επί του εδάφους» μη αναστρέψιμη. Θα πρέπει να αναζητήσουμε άλλες διευθετήσεις προσεκτικά και μελετημένα. Ούτε θα πρέπει να κάμουμε απότομες και τελεσίδικες ενέργειες.
Ίσως θα πρέπει να πάρουμε κάποια μαθήματα από την ένταξή μας κάποτε στο Κίνημα των Αδεσμεύτων, που δεν μας βοήθησε. Η κίνηση να επισκεφθεί τώρα τη Ρωσία ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι μια καλή ευκαιρία να διερευνήσουμε τις εν προκειμένω προθέσεις της. Θα μπορούσαμε ενδεχομένως να ικανοποιήσουμε κάποιες, τις οποίες να εντάξουμε ομαλά σε μιαν από τις Συμφωνίες μεταξύ των δυο χωρών, που ήδη έχουμε, διευρύνοντας τους σκοπούς της.
Τούτο μας δίδει την ευχέρεια να κινηθούμε ανάλογα με τις εξελίξεις αλλά και τη δυνατότητα να «πιέσουμε» τους σημερινούς μας εταίρους σε κρίσιμες περιστάσεις. Η εμπειρία μου από τις διαπραγματεύσεις για την Τ.Ε. Κύπρου-ΕΟΚ λέει ότι και το στοιχείο «εκβιασμού» μπορεί να χρησιμοποιηθεί ακόμη κι από τη μικρή Κύπρο!

ΔΡ. ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
Πρώην Υπουργός,
Πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού

www.iacovosaristidou.com