Η εκλογή του Mustafa Akinci στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου
φαίνεται να δημιουργεί θετικές προσδοκίες σε σημαντικό μέρος της
ελληνοκυπριακής κοινής γνώμης, ως προς την επιτυχή κατάληξη των
διακοινοτικών συνομιλιών και τη συνολική διευθέτηση του Κυπριακού
προβλήματος. Σκοπός της παρούσας παρέμβασης είναι να τεθεί συγκεκριμένος
προβληματισμός ως προς την εκλογή του Akinci, σε σχέση με τον ρόλο της
Τουρκίας στις λεγόμενες εκλογές, την επικοινωνιακή διαχείριση του
Κυπριακού από την Κυπριακή Δημοκρατία και την Τουρκία και το ενδεχόμενο η
ελληνοκυπριακή πλευρά να κληθεί να αντιμετωπίσει αρνητικές επιπτώσεις
στο μεσοπρόθεσμο μέλλον.
Αναντίλεκτα, ο Mustafa Akinci
αποτελεί προσωπικότητα περισσότερο διαλλακτική από τους προκατόχους του
επικεφαλής της τουρκοκυπριακής κοινότητας. Παρουσιάζεται μετριοπαθής,
προοδευτικός και υπέρμαχος της διευθέτησης του Κυπριακού. Οι θέσεις του
επί του Κυπριακού έχουν διαφοροποιηθεί σημαντικά τις τελευταίες
δεκαετίες και έχουν εξελιχθεί προς το διαλλακτικότερο και πιο
μετριοπαθές. Ωστόσο, ορισμένες θέσεις του, ειδικά σε ότι αφορά στις
τουρκικές εγγυήσεις, δεν φαίνεται να έχουν διαφοροποιηθεί επί του
ουσιαστικού. Το ζήτημα της παρέμβασης, ωστόσο, δεν είναι η αποτίμηση των
θέσεων του Akinci. Σύμφωνα με εκτιμήσεις ειδικών, η ανάμειξη της
Τουρκίας στον β’ γύρο των λεγόμενων εκλογών στα κατεχόμενα, φαίνεται να
ήταν εξαιρετικά περιορισμένη, εν αντιθέσει με τον α’ γύρο, όπου ο Kudret
Özersay φαίνεται να αποτελούσε τον εκλεκτό υποψήφιο της Άγκυρας. Δεν
υπάρχει αμφιβολία ότι η εξάρτηση της λεγόμενης ‘ΤΔΒΚ’ από την Τουρκία,
σε όλους τους τομείς, από την παροχή υπηρεσιών, τον κλάδο της ασφάλειας,
την οικονομία και την εκπαιδευτική πολιτική, είναι ολοκληρωτική.
Υποθέτουμε, λοιπόν, ότι δεν υπήρξε ανάμειξη ή/και πρόθεση της Τουρκίας
να επηρεάσει το αποτέλεσμα της ‘εκλογικής διαδικασίας’ και συνεπώς, δεν
εμπόδισε καθ’ οιονδήποτε τρόπο την εκλογή του Akinci ως επικεφαλής της
τουρκοκυπριακής κοινότητας.
Το ζήτημα που εγείρεται στη
συγκεκριμένη περίπτωση είναι σημαντικό και αφορά στο πώς ενδεχομένως να
διαχειριστεί επικοινωνιακά η Τουρκία τον «αέρα αλλαγής» στα κατεχόμενα,
λαμβάνοντας υπόψιν ορισμένα δεδομένα. Η θετική ψήφος των Τουρκοκυπρίων –
παρά τις οδηγίες Denktash – στο δημοψήφισμα του 2004, θεωρήθηκε ‘θετικό βήμα’ και ‘δείγμα της θέλησης των Τουρκοκυπρίων για λύση του Κυπριακού’,
από τη διεθνή κοινότητα, ως αποτέλεσμα της αποτελεσματικής διαχείρισης
της εν λόγω θετικής ψήφου των Τουρκοκυπρίων, από την Τουρκία, αλλά και
της απογοητευτικής διαχείρισης του ‘ΟΧΙ’ από την ελληνοκυπριακή πλευρά. Η
Τουρκία κατάφερε να περάσει τη θέση της ότι η τουρκική πλευρά
διακατέχεται από ειλικρινή θέληση για λύση του Κυπριακού και ότι είναι
διατεθειμένη να διευκολύνει τις διαδικασίες επίλυσης, χρησιμοποιώντας ως
επιχείρημα τη θετική ψήφο των Τουρκοκυπρίων και τη θετική στάση της
τουρκικής κυβέρνησης. Η επικοινωνιακή διαχείριση του ζητήματος από
τουρκικής πλευράς, είχε σαν αποτέλεσμα την άσκηση ασφυκτικής πίεσης στην
ελληνοκυπριακή πλευρά, την οποία θεωρούσε ότι είχε εξαπατήσει την ΕΕ
και τον ΓΓ ΟΗΕ. Σειρά κανονισμών της ΕΕ (Πράσινης Γραμμής, Απευθείας
Εμπορίου), η υπαγωγή της Ειδικής Ομάδας για τους Τουρκοκυπρίους στη ΓΔ
Διεύρυνσης (παρατυπία που διορθώθηκε πρόσφατα από τον Πρόεδρο Junker, με
την υπαγωγή της συγκερκιμένης ομάδας στη ΓΔ Περιφερειακής Πολιτικής),
θεωρήθηκαν ενέργειες που ‘τιμωρούσαν’ την ελληνοκυπριακή πλευρά, για τη
στάση της στο σχέδιο Ανάν. Η ελληνοκυπριακή πλευρά διαχειρίστηκε με
απογοητευτικό τρόπο το ‘ΟΧΙ’, με αποτέλεσμα να στιγματιστεί σαν η
αδιάλλακτη πλευρά και το μέρος που δεν επιθυμούσε τη λύση, εν αντιθέσει
με την τουρκική πλευρά, η οποία ‘έμπρακτα υποδείκνυε τη θέλησή της για αλλαγή σελίδας (sic).’
Η εκλογή Akinci ενδεχομένως να προκαλέσει, την εκ νέου άσκηση πιέσεων στην ελληνοκυπριακή πλευρά, υπό το πρόσχημα και πάλι ότι ‘η τουρκική πλευρά δείχνει εκ νέου την ειλικρινή θέλησή της για τερματισμό του απαράδεκτου status quo’, ενδεχομένως
εξωθώντας την ελληνοκυπριακή πλευρά σε νέες υποχωρήσεις στο τραπέζι των
διαπραγματεύσεων. Η διεθνής κοινότητα ενδέχεται να προχωρήσει σε άσκηση
πιέσεων, χρησιμοποιώντας το επιχείρημα ότι η Τουρκία δεν είχε ανάμειξη
στην «εκλογική διαδικασία» στα κατεχόμενα κι ότι οι πάγιοι
ελληνοκυπριακοί φόβοι για χειραγώγηση και επηρεασμό του ‘εκλογικού
αποτελέσματος’ προς ‘εκλογή του εκλεκτού της Άγκυρας’, υπήρξαν εν
πολλοίς αβάσιμοι.
Υπάρχει η εκτίμηση ότι ο Akinci
πρόκειται να μεταβεί στην Άγκυρα για διαβουλεύσεις, οπωσδήποτε πριν από
την επανέναρξη των διακοινοτικών συνομιλιών. Φυσικά, είναι αφέλεια να
θεωρεί κανείς ότι ο Akinci πρόκειται να ακολουθήσει τη δική του
πολιτική, ανεξάρτητη από τους σχεδιασμούς της Άγκυρας. Οι θέσεις του
Akinci πρόκειται να πάρουν την τελική τους μορφή μετά τις διαβουλεύσεις
του με την τουρκική κυβέρνηση και, σε τελική ανάλυση, στην τράπεζα των
διαπραγματεύσεων. Σε περίπτωση, όμως, που η διαδικασία των συνομιλιών
καταλήξει σε αποτέλεσμα, εντός ασφυκτικών χρονοδιαγραμμάτων και κατόπιν
πιέσεων της διεθνούς κοινότητας προς την ελληνοκυπριακή πλευρά ‘να κάνει κι αυτή το βήμα παραπάνω’,
πιθανή απόρριψη σχεδίου που θα τεθεί σε δημοψήφισμα, χωρίς να έχει
προηγηθεί εξαιρετική επικοινωνιακή διαχείριση της ελληνικής θέσης και
αποδόμηση της τουρκικής, δήθεν, καλής θέλησης, πρόκειται να φέρει την
ελληνοκυπριακή πλευρά ενώπιον αρνητικών εξελίξεων. Η στείρα άρνηση, όχι
μόνο δεν είναι αρκετή∙ είναι επιζήμια. Γι’ αυτό και χρειάζεται θωράκιση
των θέσεων και προβολή των ελληνοκυπριακών ανησυχιών, στον μέγιστο
δυνατό βαθμό. Δυνατότητες εναλλακτικής στρατηγικής διαχείρισης
υφίστανται. Κι όσοι αφελώς θεωρούν ότι η Τουρκία επεξεργάζεται σχέδια Β
για διχοτόμηση, να μελετήσουν την προ εικοσαετίας έκθεση του Şükrü
Elekdağ (διακεκριμένος πρώην διπλωμάτης και ΥΦΥΠΕΞ της Τουρκίας), περί
του τουρκικού δόγματος των ‘2½ Πολέμων’, τον ρόλο της Κύπρου στην
ελληνικό δόγμα ασφάλειας, όπως δημοσιεύθηκε στο think-tank του τουρκικού
ΥΠΕΞ, SAM (Centre for Strategic Affairs)∙ περί τούτου, είχαμε ασχοληθεί
σε ξεχωριστή ανάρτηση.
Το πρώτιστο ζήτημα που απαιτεί
εξαιρετική προσοχή είναι η Κυπριακή Δημοκρατία να αντιληφθεί την κρίσιμη
διάσταση της επικοινωνιακής διαχείρισης και την αποτελεσματική
ενημέρωση της διεθνούς κοινότητας, προς αποτροπή άσκησης ασφυκτικών
πιέσεων. Εκεί όπου η Τουρκία κατάφερνε να πείσει τη διεθνή κοινότητα για
την ‘καλή της θέληση’, η ελληνοκυπριακή πλευρά προέβαινε σε ουσιαστικές
υποχωρήσεις στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Είναι η Άγκυρα που
διαδραματίζει τον κρίσιμο ρόλο στο Κυπριακό∙ κανένας Denktash και
κανένας Akinci.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου