Κυριακή 10 Μαΐου 2015

Αρμενία:Από την Μυθολογία στην Γενοκτονία

Η Αρμενία έχει ιστορία 3.500  χρόνων με επιτυχίες, δόξα και τραγικές περιπέτειες, για τις οποίες αιτία στάθηκε η σπουδαία γεωγραφική της θέση.  H ιστορική Aρμενία1  απλωνόταν σε ένα ευρύτατο υψίπεδο, που περικλειόταν μεταξύ των οροσειρών του Kαυκάσου στο   βορρά και του Tαύρου στο νότο. Aπό την έκταση αυτή,που κάλυπτε γύρω στις 400 χιλ. τετρ. χλμ.απέμεινε
–έπειτα από τις αλλεπάλληλες περιπέτειες μέσα στους αιώνες– ένα τμήμα μόνο (29.800 τετρ.χλμ.), που ανήκει σήμερα στην επικράτεια της Aρμενικής Δημοκρατίας. Στα εδάφη αυτά μπορούν να συνυπολογιστούν και τα 4.388 τετρ.χλμ. της Aυτόνομης αρμενικής τώρα) Δημοκρατίας του Oρεινού Kαραμπάχ.

Μυθολογία

Η αρμενική μυθολογία είναι ένα ακόμη κομμάτι του πολιτισμικού πλούτου του λαού αυτού. Αγνοούμε σχεδόν τα πάντα για τη γέννησή της, παρόλα αυτά διατηρεί ακόμη ως τις μέρες μας, μιαν απαράμιλλη επικαιρότητα που την κρατά πάντα ενσωματωμένη στη σκέψη των Αρμενίων και την καθημερινή γλώσσα τους.

Η αρμενική μυθολογία είναι πολύ πλούσια σε ηρωικά πρόσωπα, ιστορίες, γεγονότα, που πλέκονται σε ένα πυκνό υφάδι και αποτελούν στέρεα αρχή και αφετηρία της τρισχιλιόχρονης ιστορίας του λαού.
Οι μύθοι ήταν από τα πρώτα πνευματικά δημιουργήματα του ανθρώπου. Τους πρώτους μύθους τους εμπνεύστηκε από τα πράγματα και από τα φαινόμενα των οποίων δεν κατόρθωνε να συλλάβει το νόημα και για τα οποία ζητούσε να βρει μια ερμηνεία προκειμένου να καθησυχάζει τους φόβους του. Αυτοί χαρακτηρίζονταν από μια ευπιστία και μια απλοϊκότητα. Μοιάζουν με την ανεξάντλητη παιδική φαντασία που ερμηνεύει με το δικό της τρόπο όσα δεν εντάσσονται στα πλαίσια της λογικής και της πραγματικότητας. Παρόλα αυτά κανείς δεν θα μπορούσε ν΄ αμφισβητήσει ότι κρύβουν μέσα τους σοφίες και αλήθειες που άλλοτε τέμνονται με τη φαντασία και άλλοτε με την ιστορική πραγματικότητα ενός τόπου, συντελώντας στη δημιουργία αυτού που αποκαλούμε «πολιτισμό ενός λαού».
Οι Αρμένιοι ασφαλώς δεν αποτελούν εξαίρεση. Η αρμενική ιστορία είναι γεμάτη από μύθους και ιστορικές αλήθειες και είναι πολλές φορές δύσκολο να διαχωριστούν αυτά τα δύο μεταξύ τους. Η Αρμενία είναι μια χώρα με μακραίωνη ιστορία, συνυφασμένη με μεγάλα ιστορικά και θρυλικά γεγονότα που μεταφέρονταν αρχικά με τη προφορική διήγηση από γενεά σε γενεά μέχρι να καταγραφούν από ποιητές και ιστορικούς συγγραφείς (ξεκινώντας από τον 5ο αιώνα π.Χ. έως σήμερα) για να μην λησμονηθούν ή αλλοιωθούν με το πέρασμα των αιώνων. Το έργο «Ιστορία των Αρμενίων» του ιστορικού Μοβσές Χορενατσί είναι η κλασική πηγή της αρμενικής μυθολογίας και των επικών ποιημάτων.

Η απαρχή της αρμενικής μυθολογίας

Ο πρώτος θεός των Αρμενίων, που ονομαζόταν «Αρ» ήταν συγχρόνως και ένας από τους πρώτους ήχους της αρμενικής γλώσσας και σήμαινε «ήλιος» και «φως». Ο ήλιος τότε θεωρούνταν αστείρευτη πηγή δύναμης και ταυτιζόταν με τον ανώτερο θεό.
Αναφορές στο Αραράτ υπάρχουν ήδη από το 6.000 π.Χ. Ένα επικό ποίημα των Σουμερίων, το «Γιλγαμές», το αναφέρει ως το βουνό όπου ζουν οι θεοί.
Η λέξη «Αραράτ» μπορεί να διαιρεθεί σε τρεις λέξεις «Αρ-αρ-Ατ».Το «Αρ-αρ», δηλαδή η επανάληψη της πρώτης λέξης, δηλώνει το σύνολο των θεών ενώ η λέξη «ατ» είναι μια αρχαϊκή εκδοχή της λέξης «χατ» που σημαίνει «τμήμα» η «κομμάτι». Κατ’ αυτόν τον τρόπο, Αραράτ, κατά μια εκδοχή, σημαίνει «κομμάτι των θεών» ή «κομμάτι δημιουργίας».

Τα πρώιμα σύμβολα για τους θεούς συνδέονται με τα αστρικά σύμβολα. Η πρώτη χρήση της τότε ιερής «σβάστικας» και του σταυρού βρίσκονται σε επιγραφές στην οροσειρά Γκεγαμά της Αρμενίας και χρονολογούνται από το 20.000 π.Χ. έως το 15.000 π.Χ. Σπηλαιογραφίες που τοποθετούνται χρονικά στο 8.500 π.Χ. απεικονίζουν σύμβολα που σχετίζονται καθαρά με την αστρονομία. Ο ήλιος, η σελήνη και οι γαλαξίες θεωρούνται θεότητες και λατρεύονται από τους Αρμενίους, ενώ τα αστρικά φαινόμενα όπως η έκλειψη και οι κομήτες εκλαμβάνονται ως επικοινωνία με τους θεούς.

Την 5η χιλιετία π.Χ. οι αρχαίοι Αρμένιοι συντελούν στη διαμόρφωση των σχεδίων και των ονομάτων του ζωδιακού κύκλου και επινοούν μια από τις πρώτες μορφές ηλιακού ημερολογίου με 365 μέρες το χρόνο.
Επίσης, γύρω στην 5η χιλιετία π.Χ. μια σειρά πέτρινοι δράκοντες τοποθετήθηκαν στις βουνοπλαγιές της Αρμενίας κοντά σε νεροπηγές (επειδή οι δράκοι κατά τους Αρμενίους έμοιαζαν με γιγάντια ψαριά που συνδύαζαν τη μορφή της φάλαινας και του καλαμαριού). Λίγο αργότερα πάνω στους μονόλιθους αυτούς άρχισαν να χαράσσονται μορφές φιδιών, θηρίων, μαίανδροι και σταυροί.
Οι θεοί των Αρμενίων είχαν ως το 3.000 π.Χ. επίκεντρο τη λατρεία του ηλίου ενώ την εποχή των Ουραρτού οι θεότητές τους άρχισαν να αντικαθιστώνται με τις μορφές των θεοτήτων της Μεσοποταμίας κα της Αιγύπτου οι οποίες ήταν συνδυασμοί μορφικών στοιχείων ζώων και ανθρώπων.
Οι καθαρά ανθρωπόμορφες θεότητες εμφανίστηκαν κατά την αρμενική ελληνιστική περίοδο και είναι σαφώς επηρεασμένες από το ελληνικό πάνθεο και την ελληνική μυθολογία γενικότερα.



Το αρμενικό πάνθεο

Aραμαζάντ (Aramazd) – Πατέρας όλων των θεών, ο δημιουργός του ουρανού και της γης. Η πρώτη συλλαβή του ονόματος του «Αρ» αποτελεί την ινδοευρωπαϊκή ρίζα για τις λέξεις «ήλιος» και «φως». Ο Αραμάζντ ήταν η πηγή της γονιμότητας και της ζωής. Η γιορτή προς τιμήν του ονομαζόταν «Αμανόρ-Νέος Χρόνος» και εορταζόταν στις 21 Μαΐου σύμφωνα με το παλιό αρμενικό ημερολόγιο.

Αναχίτ – Θεά της γέννησης και της γονιμότητας και στα πολύ πρώιμα χρόνια υπήρξε θεά του πολέμου. Κατά τον 1ο π.Χ. αιώνα ήταν η σημαντικότερη θεά στην Αρμενία.

Νουνέ – Θεά της σοφίας, της λογικής, της μητρότητας και προστάτιδα του σπιτιού και της οικογένειας.

Βαχάγκν – Θεός της φωτιάς και των κεραυνών, γιος του Aραμαζάντ. Θεός του πολέμου, όπως ο ΆρηςΤο όνομά του απαρτίζεται από τις επιμέρους λέξεις «βαχ» που σημαίνει θεός και «αγκν» που σημαίνει φωτιά.

Αστιγιγκ – Θεά της αγάπης και της ομορφιάς που συμβολιζόταν από το ουράνιο φως. Ήταν η ερωμένη του θεού Βαχάγκν. Η γιορτή προς τιμήν της που ελάμβανε χώρα στα μέσα Ιουλίου και ονομαζόταν Βαρτεβάρ, επιβίωσε κατά τους μεταχριστιανικούς χρόνους και γιορτάζεται ακόμη στην Αρμενία και τη Διασπορά.

Τζοβινάρ – Θεά της θάλασσας, των νερών, της βροχής και των καταιγίδων.

Τιρ – Θεός της λογοτεχνίας, των επιστημών και των τεχνών καθώς επίσης και των ονείρων.

Βανατούρ – Θεός της φιλοξενίας.

Αραλέζ – Ένας από τους αρχαιότερους θεούς που είχε τη μορφή σκύλου και είχε την ικανότητα να ανασταίνει τους νεκρούς θεραπεύοντας τις πληγές τους.

Πέρα απ’ αυτούς τους 9 θεούς υπάρχουν κι άλλοι, που προσομοιάζουν στους θεούς των γειτονικών πολιτισμών, ακόμη οι Αρμένιοι είχαν επινοήσει και άλλους κατώτερους θεούς, ημίθεους, πνεύματα, τέρατα, δράκους κι άλλα πλάσματα, κυρίως του κάτω κόσμου που όλα μαζί αποτελούν το ευρύ φάσμα της αρμενικής μυθοπλασίας.


 Ιστορική Αρμενία

Πανάρχαιες ελληνικές παραδόσεις συνέδεαν στενά τον ελληνικό και τον αρμενικό λαό. Aπό αυτές αρκεί να αναφερθεί εκείνη που διέσωσε ο Στράβων, που ανάγει την καταγωγή των Aρμενίων στο σύντροφο του Iάσονα, Άρμενο2, τον «εξ Aρμενίου πόλεως των περί την Bοιηίδα λίμνην μεταξύ Φερών και Λαρίσης».
Nεώτερες θεωρίες τείνουν να αποδεχθούν έμμεσα τις παραδόσεις αυτές, αναζητώντας την αρχική κοιτίδα των Πρωτο-Aρμενίων στην ελληνική χερσόνησο.
Ο  Hρόδοτος  ανάγει την καταγωγή τους στα θρακο-φρυγικά φύλα που πέρασαν, γύρω στα 1200 π.X. ή και αργότερα, στη Mικρά Aσία και, γύρω στα 600 π.X., στη χώρα που ονομάστηκε Oυραρτού3 . Στη χώρα τελικά των Oυραρτού, για τον πολιτισμό των οποίων διαθέτουμε μερικές μαρτυρίες σε σφηνοειδή γραφή, συμβίωσαν επί αιώνες, συχνά υπό καθεστώς ανταγωνισμού ή αναμετρήσεων, οι Aρμένιοι, οι Mήδοι, οι Πέρσες, οι Aσσυριο-Xαλδαίοι,αλλά και άλλοι, νομαδικοί κυρίως,λαοί της περιοχής. Mέσα σ’ αυτό λοιπόν το γεωγραφικό πλαίσιο, σε ένα ευρύτατο υψίπεδο που περιλάμανε τις λίμνες Σεάν, στη σημερινή Aρμενία, Bαν, στη σημερινή Tουρκία και Oύρμια, στο σημερινό Iράν πραγματοποιήθηκαν, μέσα στο χρόνο και οι εθνογενετικές εκείνες διαδικασίες, από τις οποίες θα αναδυθεί αργότερα ο αρμενικός λαός.

 Οι Αρμένιοι

Οι Αρμένιοι, φυλή ινδοευρωπαϊκή, εγκαθίστανται στους πρόποδες του Αραράτ, γύρω στο 600 π.Χ.. Υπάρχουν αρχαιολογικά ευρήματα συνεχούς ανθρώπινης παρουσίας, στην περιοχή γύρω από το όρος Αραράτ, από τη λίθινη εποχή.
Γύρω στο 1.000 π.Χ., η Αρμενία ήταν ένα βασίλειο, γνωστό ως Ουραρτού. Οι προ-Αρμένιοι Ουραρτινοί άφησαν μια πλούσια πολιτιστική κληρονομιά. Από εκείνα τα χρόνια είχαν ασχοληθεί με το εμπόριο και τις πολιτιστικές ανταλλαγές με τους γειτονικούς λαούς. Τα ερειπωμένα παλάτια και τα φρούρια τους σώζονται ακόμη και σήμερα. Γύρω στο 600 π.Χ., το βασίλειο των Ουραρτού παρακμάζει τελείως και η Αρμενία είναι πλέον πραγματικότητα, με την πολιτική και εθνική πρόσμιξη διαφόρων φυλετικών ομάδων, Αρμενίων, Σκυθών, Μήδων, Χετταίων και άλλων. Μολονότι διατήρησαν μεγάλο μέρος της παλιάς τους εθνικής ταυτότητας, οι Ουραρτινοί υιοθέτησαν μια νέα γλώσσα που ήταν ένας ξεχωριστός κλάδος της ινδο-ευρωπαϊκής οικογένειας.
Περσικές και ελληνικές πηγές άρχισαν να αναφέρονται στην ''Αρμενία'' και στους ''Αρμενίους'' το 600 π.Χ. περίπου. Ήταν γνωστοί με αυτά τα ονόματα στους μεγάλους Βασιλείς της Περσίας, το Δαρείο και τον Ξέρξη, όπως επίσης στον πατέρα της Ιστορίας τον Ηρόδοτο.
Έτσι το αρμενικό έθνος καταλάμβανε την περιοχή γνωστή ως «Μείζων Αρμενία» και τις γειτονικές περιοχές, πολύ νωρίτερα από το 500 π.Χ. ως τον 20ό αιώνα. Η Γενοκτονία του 1915-1923 διέκοψε μια συνεχή εθνική ιστορία 2.500 και πλέον ετών.

Η Αρμενία κατά τον Ξενοφώντα

Σύμφωνα με τον Ξενοφώντα οι Έλληνες μισθοφόροι διέσχισαν τον Κεντρίτη ποταμό2 το σημερινό Μπχοτάν-Σου, έφθασαν στον ποταμό Τηλεβόα το σημερινό Καρά-Σου, πέρασαν μέσα από την πεδιάδα του Μους κι από εκεί διέσχισαν τον Ευφράτη και έφθασαν στο Μαναζκέρτ3. Στη συνέχεια προχώρησαν προς το Taochci, το σημερινό Ολτί, μια πόλη της επαρχίας Ερζερούμ, η οποία ιστορικά αποτελούσε μέρος της αρμενικής επαρχίας Taiq4 , οδηγήθηκαν στο νότιο τμήμα του Καρς και έφθασαν στην πλούσια, πυκνοκατοικημένη χώρα των Σκυθών, πέρασαν στο σημερινό Γκιουμρί, προχώρησαν μέσω της περιοχής Ζαρισάτ5 νότια του Αρταχάν και διασχίζοντας τα βουνά της περιοχής των Macroni6 και την περιοχή της φυλής των Κολχών7 έφθασαν την Τραπεζούντα, στο λιμάνι της Μαύρης Θάλασσας.
Η Αρμενία περιγράφεται από τον Ξενοφώντα ως μια απέραντη και πλούσια χώρα, την οποία κυβερνούσε ο Ορόντης (Γιετβάρτ), με ύπαρχο (υποδιοικητή) τον Τιρίβαζο. Την εποχή του Ξενοφώντος οι Αρμένιοι δεν είχαν καταλάβει ακόμα την πεδιάδα του Αραράτ, εκεί κατοικούσαν διάφορες φυλές όπως οι Saspeir8 , οι Αλαρόδιοι (Ουραρτινοί) και άλλες αρχαίες εγγενείς φυλές. Οι Καρδούχοι9 ήταν μια πολεμοχαρής φυλή η οποία δεν είχε υποταχθεί στους Πέρσες, είχε καταλάβει το νότιο τμήμα του Κεντρίτη ποταμού και βρισκόταν σε συνεχή σύγκρουση με τη φυλή των Αρμέν10 . Ο Ξενοφών αναφέρει «…για το λόγο αυτό δεν συνάντησα κανέναν οργανωμένο οικισμό ή χωριό στη δεξιά όχθη του ποταμού Κεντρίτη…».

Συγγένεια των Αρμέν με τους Χαλδαίους-Ουρατινούς

Οι Αρμέν είχαν ένα συγκριτικά υψηλό επίπεδο πολιτισμού. Μαρτυρίες Ελλήνων στρατιωτών αναφέρουν ότι είχαν χάλκινα σκευή και εργαλεία, οι κατοικίες τους ήταν κομψές και είχαν μεγάλα αποθέματα κρασιού, τα οποία φύλαγαν σε μεγάλες δεξαμενές. Κατά τον Στράβωνα, ήταν επιδέξιοι αρχιτέκτονες ειδικευμένοι στις οχυρώσεις φρουρίων και ήταν οπλισμένοι με μακριά τόξα και σφεντόνες.
Ο αρμένιος ιστορικός Μαρκάρ ισχυρίζεται, ότι οι Αρμέν ήταν συγγενικός λαός των Χαλδαίων-Ουραρτινών, παρατηρώντας ότι ο τρόπος ζωής τους διαφέρει από αυτόν των νομαδικών λαών της περιοχής, όπως ήταν οι Κούρδοι.
Ο στρατός του Ορόντη, λέει ο Ξενοφών, εκτός από τους Αρμέν, περιελάμβανε Μάρδους11 και Χαλδαίους μισθοφόρους. Οι τελευταίοι ήταν φημισμένοι για τα όπλα τους, τις μακριές ασπίδες και τις λόγχες.
Οι χαλδαίοι στρατιώτες του Ορόντη ήταν οι ορεσίβιοι κάτοικοι του Σασούν και των γύρω βουνών, οι οποίοι διατήρησαν την ανεξαρτησία τους μέχρι την αφομοίωσή τους από τους Αρμέν. Όσον αφορά για τους ιδιοτελείς Μάρδους, κατά τον Ηρόδοτο ήταν μια ιρανική νομαδική φυλή, η οποία κατά την άποψη Μαρκάρ, ταυτίζεται με τους σημερινούς Κούρδους. Ο άραβας ιστορικός Μασούντι (19ος αι.) ισχυρίζεται, ότι οι Κούρδοι αποδέχονται ότι προέρχονται από το γιο του Mard, ο οποίος ήταν αρχηγός της φυλής τους. Στην αρμενική ιστορία οι Κούρδοι είναι γνωστοί ως ο «λαός του Μαρ».
Η περιοχή των Μάρδων της ιστορικής Αρμενίας, αντιστοιχεί στο αρμενικό πριγκιπάτο του Αρτάζ12 , δυτικά του σημερινού Μακού13 . Η περιοχή Mανταλί (Mαγνταλί) βρίσκεται νότια του Ερζερούμ και βόρεια των πηγών Μπινγκιόλ14 . Οι Μάρδοι έφθασαν στην περιοχή από το νότο και η μεγάλη μάζα της φυλής κατέλαβε τη νότια περιοχή του Βασπουραγκάν (Βαν) και εγκαταστάθηκαν κοντά στα ψηλότερα σημεία του ποταμού Κεντρίτη.
Ο Ξενοφών αναφέρεται ιδιαιτέρως στην εξαιρετικά άγρια και σκληραγωγημένη φυλή των Χαλδαίων, οι οποίοι ζούσαν στον ορεινό όγκο του Πόντου. Η κύρια ασχολία τους ήταν στα μεταλλεία και κατασκεύαζαν όπλα και εργαλεία από σφυρήλατο σίδηρο.
Τα ελληνικά στρατεύματα κάλυψαν μια απόσταση 50 παρασαγγών (150 μίλια), μέσα από αυτές τις περιοχές μέχρι την παραλία του Πόντου σε επτά ημέρες.
Διάφοροι μελετητές θεωρούν τους κατοίκους αυτών των περιοχών, συγγενικές φυλές και τους κατατάσσουν ως Χαλδαίους-Ουραρτινούς. Οι Χάλυβες και οι γειτονικές τους φυλές Taochi και Phasian, οι οποίες αντιστάθηκαν σθεναρά στους Έλληνες, κατοικούσαν στις περιοχές Taiq και Pasian της Αρμενίας.
Οι προαναφερθείσες φυλές και διάφορες άλλες, συμπεριλαμβανομένων των αποίκων Κιμέριων και Σκυθών από τη νότια Ρωσία, δεν είχαν υποταχθεί στην περσική κυριαρχία.
Κατά τον Ηρόδοτο οι Σκύθες και οι Saspeir, είχαν καταλάβει τις σημαντικές περιοχές, από την Κολχία έως την Μηδία, κατείχαν το σημερινό Ναχιτσεβάν, Καρς, Γκιουμρί και την πεδιάδα Aραράτ. Παράλληλα οι Κιμμέριοι, οι Σκύθες και οι Σαρμάτες15 κατείχαν τις αρμενικές επαρχίες Siraq σημερινό Shirak και Gogs σημερινό Gougarq.
Στο αρμενικό οροπέδιο ακόμα υπήρχαν οι φυλές Μesoch-Mushkian, Outians και Pactian. Η κάθε μια από αυτές είχε τη δική της γλώσσα ή διάλεκτο, το δικό της πολιτισμό και τις δικές της ιδιαιτερότητες στην κοινωνική της ζωή. Τελικά όλες αφομοιώθηκαν από τους Αρμέν.

Η οικονομία και το εμπόριο των Αρμέν

Ο Ξενοφών περιγράφει: Όταν οι Έλληνες μισθοφόροι έφθασαν στην περιοχή, υπήρξε συμφωνία για την παραμονή τους μεταξύ του υπάρχου Τιριβάζου και του αρχηγού των Ελλήνων. Παρά ταύτα μερικοί από τους στρατιώτες «αναιδώς» έκαψαν μερικά από τα χωριά για να κατασκηνώσουν. Ακόμα είχαν το θράσος να καταλάβουν και τη σκηνή του Τιριβάζου ο οποίος λόγω της προηγηθείσης συμφωνίας ήταν ανέτοιμος να τους αντιμετωπίσει.
Σε άλλο σημείο παρατηρεί, ότι ο ύπαρχος είχε μεταφέρει στη σκηνή του το ασημένιο του κρεβάτι, πολύτιμα κύπελλα και τον συνόδευαν οι αρτοποιοί και οι οινοχόοι του.
Οι Έλληνες στρατιώτες έμειναν επτά ημέρες στα εκκενωθέντα χωριά και τρέφονταν με αρνιά, κατσίκια, γουρουνόπουλα, μοσχάρια και κοτόπουλα, δοκίμασαν διάφορα είδη ψωμιού σιταρένια και κριθαρένια και έπιναν άφθονη μπύρα. Οι Αρμέν αποθήκευαν την μπύρα σε μεγάλα πιθάρια, στα οποία υπήρχε ένα ειδικό σύστημα σωλήνων για να πίνουν.

Ο Ξενοφών συνεχίζει: Τα άλογα της Αρμενίας ήταν μικρότερα από τα περσικά αλλά πιο ζωηρά και δυνατά, οι κάτοικοι συνήθιζαν να θυσιάζουν άλογα στο θεό Ήλιο. Ο Ξενοφών προσέφερε το άλογό του για τη θυσία. Η χειρονομία αυτή ικανοποίησε τον ηγεμόνα του χωριού και του προσέφερε ένα πουλάρι.

Η χώρα της αφθονίας

Εκτός από την αφθονία του σίτου, του κρι-θαριού και των δημητριακών, στα χωριά των Αρμέν υπήρχε οργανωμένο εμπόριο και αγορά με καταστήματα. Εμπορεύονταν σταφίδες, αρωματικό κρασί, σουσάμι, αιθέρια έλαια από αμυγδαλανθό και τερεβινθίνη.
Οι κάτοικοι ασχολούντο με τη γεωργία και την κτηνοτροφία, εξέτρεφαν βοοειδή και εξήγαγαν άλογα. Ο Ηρόδοτος τους αποκαλεί «πολυπρόβατοι Αρμέν» για τον πλούτο της κτηνοτροφίας τους.
Το πολιτιστικό τους επίπεδο παρουσίαζε εντυπωσιακές αντιθέσεις στα διάφορα μέρη της χώρας. Στις όχθες του ποταμού Κεντρίτη υπήρχαν εντυπωσιακά σπίτια με πύργους και κήπους, ενώ διαμετρικά αντίθετη ήταν η εικόνα στις περιοχές κοντά στις πηγές του Ευφράτη όπου οι κατοικίες ήταν υπόγειες.
Η αγροτική ζωή των Αρμέν ήταν πατριαρχική και οικογενειακού χαρακτήρα. Τα χωριά ήταν οργανωμένα σε ομάδες και περιφραγμένα. Όλοι αναγνώριζαν έναν αρχηγό τον ονομαζόμενο Komarch, ο οποίος ήταν ο ανώτατος άρχων της περιοχής.
Η απουσία πόλεων ήταν αξιοπρόσεκτη. Στα χωριά είχαν εγκατασταθεί οικογένειες οι οποίες ανήκαν σε διάφορα γένη και είχαν τον τοπικό τους αρχηγό. Οι φόροι οι οποίοι πληρώνονταν συλλογικά στον πέρση βασιλιά, ήταν ένας προσυμφωνημένος αριθμός στρατιωτών για τη συντήρηση του στρατού του πέρση βασιλιά της περιοχής. Ο Δαρείος ήταν ένας από αυτούς.
Μεγάλος αριθμός του αρμενικού στρατού υπηρετούσε υπό τις διαταγές του Μεγάλου Πέρση μονάρχη, ο οποίος στρατοπέδευε σε ένα τμήμα του αρμενικού οροπεδίου. Έτσι εξηγείται το γεγονός, ότι στην ύπαιθρο υπήρχαν χωριά με συγκριτικά μικρό αριθμό κατοίκων οι οποίοι είχαν ως κύρια ενασχόλησή τους το στρατό.
Αυτή η οργάνωση του στρατού ήταν ίδια και στην ευρύτερη περιοχή, όπως στη Γεωργία και στις άλλες περιοχές του Καύκασου. Όπως επισημαίνεται από τον γεωργιανό ιστορικό, J. Tchavakhishvili, η λέξη «eri» στην αρχαία ιβηρική γλώσσα εκτός από την έννοια άνθρωπος, σήμαινε και στρατιώτης.
Οι Μήδες, όταν κατέλαβαν το βασίλειο των Ουραρτού, χρησιμοποίησαν τους Αρμέν για να υποτάξουν τις σκληροτράχηλες φυλές της περιοχής. Ο Μαρκάρ επισημαίνει, ότι οι περιοχές των Αρμέν διατήρησαν τις στρατηγικές τους θέσεις στις αρμενικές ορεινές περιοχές, λόγω της στρατιωτικής ικανότητάς τους.

Τιγκραν Β'

 Μείζων και Μικρά Αρμενία

Οι Αρμένιοι εγκαταστάθηκαν κατά τον 8-9ο π.Χ αιώνα στην κοιλάδα του Αράξου ποταμού, από την Κεντρική Ασία κι ανάμεσα από τον Ελλήσποντο και το Βόσπορο.Στην αρχή υποτάχθηκαν στους ηγεμόνες της Νινευί και όταν το 606 π,Χ. η Νινευί καταστράφηκε, έμειναν για λίγο καιρό ανεξάρτητοι. Στη συνέχεια τους υποδούλωσαν οι Ασσύριοι, οι Μήδοι, οι Πέρσες, ο Μέγας Αλέξανδρος, οι Σελευκίδες της Συρίας, οι Βυζαντινοί, οι Άραβες, οι Μογγόλοι, οι Τούρκοι και οι Ρώσοι. Ο ηγεμόνας Τιγκράν ή Τιγράνης ο Μέγας ίδρυσε ισχυρό βασίλειο, το οποίο καταλύθηκε από τους Πέρσες. 
Το 300 μ.Χ. ο βασιλιάς Τιριδάτης Γ΄ κήρυξε ως επίσημη θρησκεία το Xριστιανισμό.Κατά τη Βυζαντινή περίοδο μερικοί Αρμένιοι έγιναν αυτοκράτορες του Βυζαντίου, όπως ο Λέων ο Αρμένιος. 
Από τον 7ο αιώνα μ.Χ., με την εξάπλωση του μωαμεθανισμού, οι Αρμένιοι αντιμετώπισαν τις επιθέσεις των Αράβων και των Τούρκων. Μετά την παρακμή του Βυζαντίου η Αρμενία, που εκτεινόταν σε 150 χιλιάδες τετραγωνικά χιλιόμετρα, ανάμεσα στην Κασπία θάλασσα, στον Εύξεινο Πόντο, στην Περσία και την Μικρά Ασία, έγινε ανεξάρτητο βασίλειο.Από εκεί περνούσαν οι δρόμοι, που οδηγούσαν στα λιμάνια του Ευξείνου Πόντου, από την Κεντρική Ασία, την Περσία και τις Ινδίες.Κατά την περίοδο των Σταυροφοριών ιδρύθηκε στην Κιλικία το βασίλειο της Μικράς Αρμενίας, το οποίο καταστράφηκε από τους Μογγόλους το 1235 μ.Χ.
Εν τω μεταξύ, η Μείζων Αρμενία, η οποία αποτελούνταν από το μεγαλύτερο πέραν του Ευφράτη τμήμα της χώρας, κατελήφθηκε αρχικά από τους Σελτζούκους-Τούρκους και κατόπιν από τους Μογγόλους, τους Τατάρους, τους Πέρσες και τους Οθωμανούς-Τούρκους. Την ίδια τύχη είχε και η Μικρά Αρμενία. Οι Τούρκοι άρχισαν να σταθεροποιούνται στην Αρμενία από τον 15ο μ.Χ. αιώνα. Τον 19ο μ.Χ. αιώνα η Ρωσία κατέλαβε τα εδάφη της Αρμενίας, τα οποία ήταν κοντά στον Καύκασο, δηλαδή το ανατολικό τμήμα της Μείζονος Αρμενίας.
Το 1878, οι Τούρκοι, με την Συνθήκη του Βερολίνου, οι Τούρκοι υποχέθηκαν να δώσουν στην Αρμενία την αανεξαρτησία της. Αυτό ενθάρρυνε τους Αρμενίους και , παρακινούμενοι από την Αγγλία και την Ρωσία, άρχισαν να οργανώνουν επανάσταση.Οι Τούρκοι όμως πρόλαβαν την εξέγερση και άρχισαν τις σφαγές και τους άγριους διωγμούς, που κράτησαν από το 1894 ως το 1920


Νόμισμα Αρσακιδών

Ο Αρσάκης Α' ήταν ιδρυτής της δυναστείας των Αρσακιδών
και της αυτοκρατορίας των Πάρθων. Η Αρμενία με τους Αρσακίδες
θα ανεξαρτητοποιηθεί το 180 και θα δεχτεί γρήγορα τον Χριστιανισμό.


Ρωμαϊκή εποχή

Η Αρμενία ήταν μια μεγάλη δύναμη από την εποχή του Πομπηίου και του Ιουλίου Καίσαρα. Ο σπουδαιότερος Αρμένιος βασιλιάς ήταν ο Τιγράνης ο Β,΄ που κυβέρνησε από το 95 ως το 55 π.Χ. Το βασίλειό του εκτεινόταν από την Κασπία Θάλασσα μέχρι τη Μέση Ανατολή, τη Συρία και τη Μεσόγειο Θάλασσα. Στα χρόνια της βασιλείας του Τιγκράν Β΄ η Αρμενία επεκτάθηκε όσο ποτέ άλλοτε. Ο μεγάλος Aρμένιος βασιλιάς με την ευφυΐα και τη στρατηγική του μεταμόρφωσε την πατρίδα του σε ένα ισχυρό κράτος, το οποίο απείλησε .ως ένα βαθμό την παντοδύναμη Ρώμη.

Ο Xριστιανισμός ανακηρύχθηκε επίσημη θρησκεία του Αρμενικού Βασιλείου το 301 μ.Χ., την εποχή της βασιλείας του Τιριδάτη Γ΄. Έτσι οι Αρμένιοι είναι το πρώτο χριστιανικό έθνος στον κόσμο. Η εκκλησία τους αντιπροσωπεύει μια αυθεντική αποστολική παράδοση, εφ΄ όσον θεωρείται πως ο Θαδδαίος και ο Βαρθολομαίος έχουν κηρύξει και μαρτυρήσει στην Αρμενία. Στη διάρκεια της μακραίωνης ιστορίας της, η Αρμενική Εκκλησία ήταν ένας σημαντικός πολιτικός, οικονομικός και κοινωνικός θεσμός. Ήταν πηγή έμπνευσης αλλά και αντίθεσης. Σε μια περιοχή όπου κυριαρχούσαν λαοί μουσουλμανικής πίστης, η χριστιανική θρησκεία των Αρμενίων έγινε παράγοντας διάκρισης, αλλά και διατήρησης.


Το αρμενικό αλφάβητο εφευρέθηκε από τον Άγιο Μεσρόπ Μαστότς στις αρχές του 5ου αιώνα. Η εθνική γραφή βοήθησε τους Αρμενίους ν' αναπτύξουν εθνική συνείδηση.
Κατά την πρώτη χιλιετία, ένας αριθμός αρμενικών δυναστειών κυβέρνησε μια κοινωνία που είχε φεουδαρχική δομή καθώς και αστικό πολιτισμό και οικονομία. Η δύναμη των Αρμενίων φεουδαρχών εξασθένισε βαθμηδόν, λόγω των επιθέσεων των ρωμαϊκών και αργότερα βυζαντινών και περσικών στρατών.
Το 1045, το Βυζάντιο προσάρτησε και την τελευταία πρωτεύουσα της Μείζονος Αρμενίας, την Ανί, καταργώντας έτσι τη μοναρχία των Βαγρατιδών. Όπως η Αρμενία έτσι και το δυτικό Βυζάντιο, αδυνατούσαν ν΄ αντισταθούν στην επιδρομή των Σελτζούκων από την Κεντρική Ασία.
Μεταξύ του 11ου και του 16ου αιώνα, η Αρμενία γνώρισε συνεχή αστάθεια και όλεθρο που οφειλόταν στη μετανάστευση αυτών των φυλών από την Κεντρική Ασία. Ο άοπλος πληθυσμός υπέφερε περισσότερο. Οι ατέρμονες πόλεμοι και οι επιδρομές ανάγκασαν πολλούς Αρμένιους ν' αφήσουν τις πόλεις και τα χωριά τους και να ζητήσουν καταφύγιο σε χώρες της ανατολικής Ευρώπης και αλλού. Άλλοι εγκαταστάθηκαν στην Κιλικία, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για ένα αρμενικό κράτος μεταξύ του 11ου και του 14ου αιώνα.
Το 16ο και το 17ο αιώνα, η Αρμενία ήταν μοιρασμένη μεταξύ των δύο νέων μεγάλων δυνάμεων της Μέσης Ανατολής, δηλαδή μεταξύ της Οθωμανικής και της Περσικής Αυτοκρατορίας. Ενώ η δυτική Αρμενία παρέμενε ακόμη κάτω από τουρκική κατοχή, η Ρωσία κατέκτησε το μικρότερο τμήμα, την ανατολική Αρμενία, το 1827. Μετά από μια σύντομη περίοδο ύπαρξης ως ανεξάρτητης δημοκρατίας - από το 1918 ως το 1920 - η ανατολική Αρμενία σοβιετοποιήθηκε και αποτέλεσε μια από τις δημοκρατίες της Ε.Σ.Σ.Δ.

Οι Αρμένιοι υπό την Οθωμανική Κυριαρχία

Για τη διευκόλυνση της πολιτικής κυριαρχίας και του ελέγχου, η οθωμανική κυβέρνηση οργάνωσε τους Αρμένιους της Αυτοκρατορίας σε μια ημιαυτόνομη κοινότητα, το «μιλέτ», όπως έκανε και με άλλες μη μουσουλμανικές κοινότητες. Το «μιλέτ» είχε ευρεία δικαιοδοσία σε θρησκευτικά και πολιτικά ζητήματα. Για να ολοκληρωθεί αυτός ο επανακαθορισμός των Αρμενίων ως θρησκευτικής, όχι πολιτικής οντότητας, οι Οθωμανοί διόρισαν έναν επίσκοπο επικεφαλής του «μιλέτ». Αυτός ο Επίσκοπος ή Πατριάρχης όπως ονομάζεται ακόμη και σήμερα, ήταν άμεσα υπόλογος στον τούρκο Σουλτάνο ή στο Μεγάλο Βεζύρη. Στο μεγαλύτερο διάστημα της Οθωμανικής περιόδου η αρμενική κοινότητα κυριαρχούνταν από μια ελίτ που την αποτελούσαν έμποροι και ανώτεροι υπάλληλοι φιλικά προσκείμενοι προς την οθωμανική κυβέρνηση.
Το 19ο αιώνα, οι Αρμένιοι, που υπολογίζεται ότι ξεπερνούσαν τα δύο εκατομμύρια στην οθωμανική αυτοκρατορία, σχημάτιζαν τέσσερεις ευρείες τάξεις.
Η πρώτη αποτελούνταν από άτομα εύπορα ή με επιρροή στην κυβέρνηση και στους πολιτικούς κύκλους.
Η δεύτερη ήταν οι έμποροι της Κωνσταντινούπολης και των πόλεων της Ανατολίας. Αυτοί είχαν την αμεσότερη επαφή με τους δυτικούς ταξιδιώτες.
Η τρίτη, ήταν η τάξη των ορεσίβιων πολεμιστών, αυτών δηλαδή που ζούσαν μια σκληρή, ανεξάρτητη ζωή σε μακρινές ορεινές περιοχές όπως το Ζεϊτούν. Η τέταρτη τάξη ήταν η αγροτική, που ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη σε αριθμό από τις άλλες και η πιο στερημένη.

Η οθωμανική κυβέρνηση σπάνια ασκούσε άμεση εξουσία στην πλειοψηφία των Αρμενίων υπηκόων της, μέχρι το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Μέχρι τότε, οι περισσότερες αγροτικές περιοχές είχαν αφεθεί σε ντόπιους φεουδάρχες, Τούρκους και Κούρδους, των οποίων η αυθαίρετη και συχνά πιεστική διακυβέρνηση ενέτεινε τη φτώχεια και την ανέχεια και αύξανε το βαθμό υποδούλωσης. Όποτε η κεντρική κυβέρνηση επεξέτεινε το ρόλο της, αυτό τις περισσότερες φορές σήμαινε αύξηση στη φορολογία των αγροτών, καθώς επίσης, σκλήρυνση των ήδη καταπιεστικών αντιαγροτικών δομών του συστήματος.
Έτσι ο οθωμανικός συγκεντρωτισμός δεν ευνόησε την πλειοψηφία των Αρμενίων ή άλλων κατοίκων στις επαρχίες παρόλο που θα μπορούσε να έχει βοηθήσει τους κατοίκους των μεγάλων αστικών κέντρων και ειδικά της Κωνσταντινούπολης. Αγρότες και αστοί εξαθλιώνονταν και καταπιέζονταν ακόμη περισσότερο από το αστικό και το ποινικό δίκαιο που έκανε διακρίσεις σε βάρος των χριστιανών και των κατώτερων τάξεων.
Στα μέσα του 19ου αιώνα είχαν γίνει κάποιες επίσημες προσπάθειες για μεταρρυθμίσεις, γνωστές ως «τανζιμάτ», από τις οποίες ωφελούνταν μερικοί μόνο Αρμένιοι και κανείς από τους καταπιεζόμενους. Η πολιτική διοίκηση της αυτοκρατορίας δεν αναδιοργανώθηκε και η κυβέρνηση δεν κατάφερε να θεμελιώσει μια κοινωνική και οικονομική βάση για τις μεταρρυθμίσεις της.
Γύρω στα τέλη του 19ου αιώνα, η υπό οθωμανική κυριαρχία αρμενική κοινωνία αντιμετώπισε ολοκληρωτική, οικονομική και κοινωνική αποσύνθεση. Η οθωμανική κυβέρνηση είχε ως γενική αρχή να ξεπληρώνει τα χρέη της προς την Ευρώπη ασκώντας πολιτικές πιέσεις στους Αρμένιους της Ανατολίας. Τεράστια χρέη σε δυτικές τράπεζες πληρώθηκαν με αύξηση της φορολογίας στους αγρότες, ενώ η απώλεια γοήτρου απέναντι στον εκμοντερνισμένο ευρωπαϊκό στρατό και ναυτικό ανακτήθηκε με τον εξευτελισμό των Αρμενίων μέσα στην αυτοκρατορία.

Η Αρμενία και οι Μεγάλες Δυνάμεις


Εχοντας αποτύχει στην προσπάθεια να πετύχουν ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις μέσα στην αυτοκρατορία, οι Αρμένιοι στράφηκαν στις μεγάλες δυνάμεις με τις οποίες η οθωμανική κυβέρνηση είχε στενές σχέσεις. Πολλοί Αρμένιοι ήλπιζαν στη διεθνή βοήθεια, είτε μέσω της ρωσικής ισχύος είτε μέσω της βρεττανικής επιρροής.
Στα 1877-1878, οι Ρώσοι απελευθέρωσαν τη Βουλγαρία και λίγο έλλειψε να καταλάβουν και την Κωνσταντινούπολη. Για να εκφράσουν την ανάγκη για μεταρρυθμίσεις στο οθωμανικό κράτος, οι Αρμένιοι έστειλαν μια ισχυρή αντιπροσωπεία στο Συνέδριο του Βερολίνου το 1878. Στο Βερολίνο, οι Μεγάλες Δυνάμεις διευθετούσαν τα ζητήματα, που είχαν γεννηθεί από τον πρόσφατο ρωσο-τουρκικό πόλεμο. Παρά την ευρεία διπλωματική υποστήριξη, μια υπόσχεση για μεταρρυθμίσεις στους Αρμένιους θεωρούνταν προώθηση ρωσικών συμφερόντων. Ο βρεττανός Πρωθυπουργός εξανέμισε τις αρμενικές ελπίδες. Για ένα συντηρητικό πολιτευτή του 1878 η ρωσική προώθηση στα Βαλκάνια και την Εγγύς Ανατολή ήταν απαράδεκτη. Το άρθρο 61 της Συνθήκης του Βερολίνου έθετε μια ασαφή υποχρέωση να προστατευθούν οι Αρμένιοι από την τουρκική κακοδιοίκηση. Σε έξι βρεττανούς πρόξενους ανατέθηκε το ανέφικτο καθήκον της αστυνόμευσης μιας εκτενούς περιοχής, χωρίς να τους δοθούν τα μέσα για να ενισχύσουν την αμφίβολη και απροσδιόριστη εξουσία τους.
Η Αρμενία παρέμεινε διαμελισμένη και αβοήθητη, διαιρεμένη μεταξύ της ρωσικής και της οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Οι αλλαγές στη συμπεριφορά των ευρωπαίων διπλωματών, καθώς και η αυξανόμενη απροθυμία του σουλτάνου να προχωρήσει σε μια - έστω και στοιχειώδη - συνταγματικότητα επιδείνωσαν την κατάσταση.
Η τουρκική αυλή στρεφόταν όλο και περισσότερο προς την απολυταρχική Γερμανία για διπλωματική και στρατιωτική υποστήριξη. Αντίθετα με τη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρεττανία, η Γερμανία δεν πίεζε την οθωμανική κυβέρνηση για φιλελευθεροποίηση, με αντάλλαγμα την πολιτική υποστήριξη.


Ο ρόλος της Εκκλησίας
Το αρμενικό όνειρο ενός ανεξάρτητου κράτους ιχνηλατείται στις ιδέες που διέδωσε ο Migirdiç Hirimyan. Γεννήθηκε το 1820 στο Βαν και δίδαξε στην Αρμενική εκκλησία του  Άκνταμαρ το 1854. Δραστηριοποιήθηκε στην εκκλησία και μέσα από τις εφημερίδες του, ο '' Ο Αετός του Van'' και ''Ο Αετός του Mus'' που αποτέλεσαν τη βάση για να προωθήσει το όραμά του για την αρμενική ανεξαρτησία.
Το 1869, ο Hirimyan εξελέγη Πατριάρχης των Αρμενίων στην Κωνσταντινούπολη, όπου και θα πιέσει για την επανεξέταση του «κανονισμού του Αρμενικού έθνους», ζητώντας να τροποποιηθεί ανάλογα με τις ανάγκες, εντός των επαρχιών. Οι ιδέες του, όμως, δέχθηκαν έντονες επικρίσεις, διότι πίστευαν ότι ο Hirimyan αποτελούσε απειλή για την ενότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.Ο Hirimyan παραιτήθηκε τον Αύγουστο του 1873, αλλά το πρόγραμμα δράσης του έθεσε τα θεμέλια για το Αρμενικό Ζήτημα που θα ακολουθήσει.




Το Αρμενικό Επαναστατικό Κίνημα

Ενώ η ζωή συνέχιζε να είναι ανεκτή για τους λίγους εύπορους Αρμένιους των μεγάλων οθωμανικών πόλεων, η κατάσταση στις αρμενικές επαρχίες πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Παρά τη διοικητική μεταρρύθμιση, η καταπίεση από τους τοπικούς υπαλλήλους γινόταν πιο έντονη. Ο σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ ο Β΄ όπλισε τους Κούρδους και τους ενθάρρυνε να κάνουν επιδρομές εναντίον των Αρμενίων χωρικών. Η τακτική αυτή κορυφώθηκε το 1891 με τη σύσταση των περιβόητων Χαμιτικών Ταγμάτων που εκφόβιζαν τον αστικό πληθυσμό, όπως ακριβώς έκαναν οι ομάδες των Κοζάκων στη Ρωσία τα τελευταία χρόνια του τσαρισμού.
Απελπισμένοι οι Αρμένιοι άρχισαν να δημιουργούν μυστικές ομάδες άμυνας και ένοπλες επαναστατικές οργανώσεις. Η πρώτη απ΄ αυτές ήταν των Αρμεναγκάν του Βαν (1885), ακολούθησε των Χιντσακιάν που ιδρύθηκε το 1887 στη Γενεύη και η Αρμενική Επαναστατική Ομοσπονδία-Τασνακτσουτιούν που ιδρύθηκε το 1890 στην Τιφλίδα. Τα κόμματα Χιντσάκ και Τασνάκ ήταν επαναστατικές, σοσιαλιστικές ομάδες. Υποστήριζαν την πολιτική και οικονομική ισότητα και την ελευθερία.
Γενικά τα κόμματα, και κυρίως το Τασνάκ που έπαιξε πρωτεύοντα ρόλο στη δημιουργία ενός ισχυρού επαναστατικού κινήματος, τόνωναν την αυτοπεποίθηση και οργάνωναν την αυτοάμυνα των Αρμενίων στις επαρχίες. Προωθούσαν τη μόρφωση και την πρόοδο, ώστε ν’αναπτυχθεί η πολιτική και κοινωνική συνείδηση. Ήλπιζαν πως τελικά, όλοι οι λαοί στην αυτοκρατορία, θα ενώνονταν, για μια επανάσταση που θα ανέτρεπε την τυραννική οθωμανική κυβέρνηση και θα καθιέρωνε ένα καθεστώς, που θ’ανταποκρινόταν περισσότερο στις ανάγκες των κατώτερων τάξεων και των διαφόρων εθνικών και θρησκευτικών κοινοτήτων της αυτοκρατορίας.

Το 1893 διάφορες αρμενικές επαναστατικές προκηρύξεις άρχισαν να τοιχοκολλούνται στη Κωνσταντινούπολη καθώς και στο αμερικανικό κολέγιο του Μερζεφούν, στον Πόντο, προσκαλώντας στο κίνημα και τους αμερικανούς, πυρπολώντας μάλιστα και τμήμα του κολεγίου. Συνέπεια αυτών ήταν το επόμενο έτος (1894) να σφαγιασθούν εκατοντάδες Αρμένιοι των ανατολικών περιοχών. Εκ των τελευταίων άρχισε η κοινή γνώμη να συγκινείται και αμέσως η Αγγλία, με τη χαλαρή υποστήριξη της Γαλλίας και Ρωσίας ζήτησε από την Υψηλή Πύλη την άμεση εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων, ειδικότερα στα Βιλαέτια Ερζερούμ, Βαν, Βιτλίς, Ντιιάρμπακιρ, Χαρπούτ και Σεβάστεια. Επ΄ αυτού το 1895 ακολούθησε σχέδιο των Μεγάλων Δυνάμεων περί μεταρρυθμίσεων το οποίο όμως αντί να κατευνάσει τα ήδη οξυμένα πνεύματα μάλλον δημιούργησε μεγαλύτερο χάσμα, που υπό την πίεση όμως των Δυνάμεων ο Σουλτάνος αναγκάστηκε τον Οκτώβριο και το υπέγραψε. Μόλις έγινε γνωστή η αποδοχή των μεταρρυθμίσεων εκ μέρους του Σουλτάνου ξέσπασαν άγριες σφαγές των Αρμενίων των ανατολικών περιοχών από διάφορους σκληροπυρηνικούς αντιφρονούντες Τούρκους.

Σε απάντηση των τελευταίων τον Αύγουστο του 1896 μια ομάδα 26 Αρμενίων προέβη στην κατάληψη της Οθωμανικής Τράπεζας στη Κωνσταντινούπολη με σκοπό να συνεγείρει τη διεθνή κοινή γνώμη επί του Αρμενικού ζητήματος. Η αντίδραση του όχλου υπήρξε άμεση. Και ενώ η προσοχή των Πρεσβειών των Δυνάμεων, με προεξέχουσα τη Ρωσική, επικεντρώνονταν στην αποτροπή, αποχώρηση και διάσωση των δραστών, οι οποίοι και τελικά φυγαδεύτηκαν με γαλλικό πλοίο, περίπου 10.000 Αρμένιοι σφαγιάστηκαν μέσα στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης και περίπου 25.000 στις διάφορες επαρχίες. Των πρώτων αυτών σφαγών ακολούθησαν και το επόμενο έτος εκτενείς σφαγές, από κουρδικά κυρίως τάγματα, που φέρεται να οργάνωσε ο Σακίρ Πασάς, κατά το πρότυπο των Κοζάκων, τα θύματα των οποίων έφθασαν συνολικά τους 500 με 600.000 νεκρούς.

Το γεγονός αυτό στάθηκε η κύρια αιτία την ίδια εποχή το Κρητικό πρόβλημα που αντιμετώπιζε τότε η Ελλάδα να περιπλέξει περισσότερο όταν ο Σουλτάνος προκειμένου να ικανοποιήσει το θρησκευτικό μένος των κατοίκων της Κωνσταντινούπολης κατά αλλοθρήσκων αλλά και για ν΄ αποφύγει περισσότερη εμπλοκή των Μεγάλων Δυνάμεων απέστειλε στρατιωτικές ενισχύσεις στη Κρήτη οι οποίες και τελικά επέφεραν αντίθετο αποτέλεσμα, την Κρητική Επανάσταση του 1866, με επακόλουθο την πολεμική σύρραξη, γνωστότερη ως Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897.

 
Οι Αρμένιοι στην Τσαρική Ρωσία


Μετά την κατάκτηση του Καυκάσου και της ανατολικής Αρμενίας από τους Ρώσους το 1827, οι Αρμένιοι εκεί, γενικά, ευημερούσαν. Μολονότι η διάκριση κατά των μη-Ρώσων ήταν έντονη, η ρωσική κυριαρχία δεν ήταν εμποτισμένη με κοινωνική ανισότητα και στασιμότητα. Το 19ο αιώνα, στις μεγάλες πόλεις, αναπτύχθηκε μια αρμενική μεσαία τάξη. Αυτό το σχετικά μικρό τμήμα του λαού είχε συνδεθεί στενά με την οικονομική ανάπτυξη του Καυκάσου κι έπαιζε ενεργό ρόλο στη βιομηχανία και οικονομία.
Στο τέλος του 19ου αιώνα, παρά ταύτα, ο αρμενικός πληθυσμός του Καυκάσου ήταν περισσότερο αγροτικός παρά αστικός. Μαζί με τους αγρότες, η πλειοψηφία του αστικού πληθυσμού ανήκε στην εργατική τάξη. Η εργατική τάξη στην Τιφλίδα και στο Μπακού που ήταν τότε το σημαντικότερο κέντρο παραγωγής πετρελαίου στο κόσμο, ανέπτυξε μια ισχυρή κοινωνική και εθνική ταυτότητα. Συμμετείχε ενεργά στο κίνημα για την απελεύθερωση της δυτικής Αρμενίας και στον επαναστατικό αγώνα στη Ρωσία. Συντελεστές αυτής της διπλής παρουσίας ήταν η εξέλιξη της κοινωνικής συνείδησης και η αντι-αρμενική πολιτική του ρωσικού κράτους.

Το 1836 η τσαρική κυβέρνηση εξέδωσε ένα καταστατικό για τη λειτουργία του σημαντικότερου από τα υπάρχοντα αρμενικά ιδρύματα, της Εκκλησίας. Ο κλήρος πάντως διατήρησε τον έλεγχο των κτημάτων και των σχολείων. Ενώ το 1878 η ρωσική κυβέρνηση παρέσχε διπλωματική υποστήριξη στους δυτικο-Αρμενίους που ζητούσαν μεταρρυθμίσεις μέσα στην οθωμανική αυτοκρατορία, μετά το συνέδριο του Βερολίνου, έθεσε τέρμα στον ανταγωνισμό της με την οθωμανική κυβέρνηση.
Το 1880, ο Τσάρος επεδίωξε μια ενεργό πολιτική αφομοίωσης των Αρμενίων και αποσύνθεσης της θρησκευτικής-πολιτιστικής τους δομής. Οι ρώσοι κυβερνήτες μείωσαν τον αριθμό των Αρμενίων υπαλλήλων κι έκλεισαν τ΄ αρμενικά σχολεία. Από την αρχή το ρωσικό καθεστώς αντιπαθούσε τους Αρμένιους επαναστάτες των οποίων τα αιτήματα για οικονομική και κοινωνική ισότητα απειλούσαν την επικυριαρχία και της οθωμανικής και της ρωσικής αυτοκρατορίας. Τελικά, το 1903 η κυβέρνηση προχώρησε στη δήμευση όλων των περιουσιών που ανήκαν στις αρμενικές Εκκλησίες.

Αυτές οι ενέργειες, καθώς και η πολιτική και οικονομική δυσαρέσκεια, δημιούργησαν έντονα αντι-κυβερνητικά συναισθήματα στους Αρμενίους. Επαναστατικές ομάδες που ως τότε είχαν δώσει βαρύτητα στο θέμα της απελευθέρωσης των υπό την οθωμανική κυριαρχία Αρμενίων, αναγκάστηκαν ν' ασχοληθούν και με το ζήτημα των Αρμενίων που ζούσαν στο ανατολικό τμήμα της πατρίδας.
Μολονότι η ρωσική κυβέρνηση, μπροστά στην οργανωμένη αρμενική αντίσταση, αναθεώρησε εν μέρει την τακτική της, η αυθαιρεσία και η αντι-αρμενική πολιτική των λειτουργών της έγινε ένας σημαντικός παράγοντας για την ενίσχυση της εθνικής συνείδησης. Οι Αρμένιοι, τόσο στη ρωσική όσο και στην οθωμανική αυτοκρατορία άρχισαν να αισθάνονται υπό διωγμόν. Ενώ τα σχέδια για απελευθέρωση προϋπέθεταν συνεργασία με άλλες εθνότητες, οι Αρμένιοι και από τις δύο πλευρές των συνόρων είχαν λόγους να πιστεύουν πως οι κυβερνήσεις τους τούς είχαν αγνοήσει.
Τα τραγικά γεγονότα που συνέβησαν στους Αρμενίους την επόμενη δεκαετία, απλώς ενίσχυσαν την πεποίθηση πολλών πως, αν οι Αρμένιοι δεν αποκτούσαν δικό τους κράτος, όπου θα μπορούσαν να ζούν και να αυτοαμύνονται, η ιστορία του έθνους μπορεί και να τελείωνε.

Η Δημοκρατία της Αρμενίας


Η δημιουργία ενός σύγχρονου και δημοκρατικού κράτους στην ανατολική Αρμενία στο τέλος του πολέμου, επηρέασε την πορεία της αρμενικής ζωής τον 20ό αιώνα. Μετά την Επανάσταση των Μπολσεβίκων το 1917, η Ρωσία αποσύρθηκε από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο κι άφησε τους λαούς του Καυκάσου στο έλεος των τουρκικών στρατευμάτων και των Γερμανών συμμάχων τους.
Την εποχή εκείνη οι Αρμένιοι σχημάτισαν μια Ομοσπονδία με τους Γεωργιανούς και τους Αζερμπαϊτζανούς, αλλά σύντομα προδόθηκαν. Οι Γεωργιανοί έκλεισαν κρυφά συμφωνία με τους Τούρκους και παρέδωσαν το στρατηγικής σημασίας οχυρό του Καρς στον εχθρό. Υπό την ηγεσία ηρωϊκών στρατηγών και αρχηγών όπως ήταν οι Αβεντίς Ναζαρμπεκιάν, Τρο και Αντρανίκ, οι Αρμένιοι απέκρουσαν την τουρκική επίθεση στο Σαρνταραμπάντ και προχώρησαν στην ανακήρυξη της ανεξαρτησίας τους στις 28 Μαΐου 1918.
Η έκταση της ανεξάρτητης Αρμενίας, που περιελάμβανε ένα μικρό μόνο τμήμα της ιστορικής Αρμενίας, ήταν σημαντικά μεγαλύτερη από την έκταση της Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Αρμενίας, καθώς περιελάμβανε το Καρς, το Αρνταχάν και άλλες περιοχές, που σήμερα βρίσκονται υπό τουρκική κατοχή. Αλλά οι οικονομικές συνθήκες στην ανεξάρτητη Αρμενία ήταν ολέθριες. Οι στερήσεις και ο λιμός στη διάρκεια του χειμώνα του 1918-19 ήταν σχεδόν τόσο εξοντωτικές όσο και οι φρικαλεότητες του 1915. Το κόμμα Τασνάκ που ανέλαβε την ευθύνη της διακυβέρνησης της χώρας για περισσότερο από δύο χρόνια έκανε ότι καλύτερο μπορούσε για το λαό του, αλλά δεν είχε ούτε το ανθρώπινο δυναμικό ούτε τους πόρους για να βοηθήσει περισσότερο από ένα αμελητέο τμήμα των δεινοπαθούντων. Ωστόσο το σημαντικότερο έργο που επιτέλεσε ήταν ότι για πρώτη φορά μετά από έξι αιώνες κατοχής και υποταγής, έθεσε τα θεμέλια ενός ομοιογενούς αρμενικού κράτους με αμιγή αρμενικό πληθυσμό.
Παρά τις πολλές επείγουσες ανάγκες και τις δοκιμασίες, οι ηγέτες της Δημοκρατίας συνέχιζαν να εμμένουν στις αρχές που διαμορφώθηκαν κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα: νομική ισότητα για όλα τα άτομα και τις ομάδες και κοινοβουλευτική δημοκρατία.
Βασιζόμενοι στις υποσχέσεις Βρεττανών, Γάλλων, Αμερικανών και άλλων ηγετών, οι Αρμένιοι πήγαν στο Συνέδριο Ειρήνης στο Παρίσι με σχέδια για μια ενωμένη Αρμενία που θα περιελάμβανε και τα εδάφη της δυτικής Αρμενίας. Τον Αύγουστο του 1920 η Συνθήκη της Ειρήνης με την Τουρκία στις Σέβρες αναγνώριζε την ανεξαρτησία της Αρμενίας και τα δικαιώματά της στη δυτική Αρμενία. Αλλά η Συνθήκη των Σεβρών δεν εφαρμόστηκε όταν μια νέα Τουρκία υπό τον Μουσταφά Κεμάλ, προκάλεσε τις Δυτικές Δυνάμεις και ξεκαθάρισε την πρόθεσή της να διαλύσει κάθε αρμενική παρουσία, εκδιώκοντας από την τουρκική Αρμενία όσους Αρμένιους είχαν επιζήσει κι επέστρεφαν, και εισβάλλοντας στη Δημοκρατία της Αρμενίας. Το 1923 οι Δυτικές Δυνάμεις, επίσης, αθέτησαν το γράμμα αυτής της Συνθήκης αντικαθιστώντας την με τη Συνθήκη της Λωζάννης, η οποία ενέκρινε την πολιτική του Κεμάλ, εγκατέλειπε τους Αρμενίους και κατ' αυτόν τον τρόπο επικύρωνε και τη γενοκτονία.

Η Σοβιετική Αρμενία

Ηδη οι Τούρκοι είχαν έλθει σε συνεννόηση με το Λένιν, που είχε εξασφαλίσει την εξουσία του μέσα στο Κρεμλίνο. Το Σεπτέμβρη του 1920, ο εθνικιστικός στρατός του πολέμαρχου Κιαζίμ Καραμπεκίρ Πασά διέσχισε τα παλιά ρωσοτουρκικά σύνορα του 1914 και εισέβαλε στην περιοχή του Καρς. Οι μπολσεβίκοι πλησίαζαν από το Αζερμπαϊτζάν. Συμπιεσμένη ανάμεσα σε δύο μεγαλύτερες δυνάμεις, η αρμενική κυβέρνηση αποφάσισε να παραδώσει ειρηνικά την εξουσία στους μπολσεβίκους.
Η παραχώρηση του Καρς και του Αρνταχάν στην Τουρκία επικυρώθηκε τελικά με τη Συνθήκη του Καρς (13 Οκτωβρίου 1921). Περιέργως, αυτή η συνθήκη δεχόταν πως η περιοχή του Ναχιτσεβάν, που ανήκε κάποτε ολοκληρωτικά στους Αρμενίους και κατοικούνταν από Αρμενίους, έπρεπε να προσαρτηθεί στη Σοβιετική Δημοκρατία του Αζερμπαϊτζάν.
Το Ναχιτσεβάν είναι εντελώς αποκομμένο από το Αζερμπαϊτζάν λόγω της παρεμβολής αρμενικών εδαφών και ακόμη και σήμερα, μετά από μισό και πλέον αιώνα, αποτελεί μια επαρχία που είναι αιτία μνησικακίας μεταξύ Αρμενίας, Τουρκίας και Ιράν. Αλλά και το Καραμπάχ, άλλη μια ιστορική περιοχή κατοικούμενη κατά 85% από Αρμενίους, αποκόπηκε από την Αρμενία και δόθηκε στο σοβιετικό Αζερμπαϊτζάν.
Η Σοβιετική Αρμενία που ιδρύθηκε στα τέλη του 1920, ξεκίνησε τη ζωή της κάτω από συνθήκες όχι καλύτερες από αυτές που επικρατούσαν όταν το αρμενικό κράτος επανιδρυόταν το 1918. Η διαδικασία σοβιετοποίησης, που συνοδευόταν από νέους διωγμούς, δημιούργησε ένα λαικό αντιστασιακό κίνημα. Το Φεβρουάριο του 1921, μια ανεξάρτητη κυβέρνηση δημιουργήθηκε και πάλι. Αλλά η υπό την ηγεσία των Τασνάκ αρμενική νίκη δεν κράτησε πολύ. Στη γειτονική Γεωργία, ο Κόκκινος Στρατός νίκησε την τοπική κυβέρνηση των μενσεβίκων το Φεβρουάριο του 1921. Οι σοβιετικές δυνάμεις επέστρεψαν στην Αρμενία, και το Ερεβάν επανακαταλήφθηκε στις 2 Απριλίου του 1921.
Από το 1921 η Σοβιετική Αρμενία σημείωσε σημαντικές επιτυχίες στον πολιτιστικό, οικονομικό και επιστημονικό τομέα. Ως μέλος της Ε.Σ.Σ.Δ. δεν είχε τη δυνατότητα να εκφράσει και να επιδιώξει τα ευρύτερα πολιτικά συμφέροντα του αρμενικού λαού, δεν έπαψε όμως να είναι ένα αρμενικό κράτος, συνέχεια της Δημοκρατίας, σε αντίθεση με τη δυτική Αρμενία που μετά τη γενοκτονία εξακολουθεί να παραμένει υπό τουρκική κατοχή.

Η Σύγχρονη Τουρκία και η Γενοκτονία

Παρ' όλη την αλλαγή του καθεστώτος στην Τουρκία το 1923, στο τέλος της μοιραίας δεκαετίας, η πολιτική της τουρκικής κυβέρνησης προς τους Αρμενίους και το Αρμενικό Ζήτημα μπορεί κάλλιστα να χαρακτηρισθεί ως συνέχεια της οθωμανικής πολιτικής. Ο Μουσταφά Κεμάλ ή Ατατούρκ συνέχισε την πολιτική της τουρκοποίησης της Ανατολίας. Επί δεκαετίες, διπλωματικοί αντιπρόσωποι της τουρκικής Δημοκρατίας καταβάλλουν έντονες προσπάθειες για να κρατήσουν το ενδιαφέρον της διεθνούς διπλωματίας ή των διεθνών δικαστηρίων μακριά από τη Γενοκτονία των Αρμενίων και το Αρμενικό Ζήτημα.
Έντονες διπλωματικές πιέσεις και στρατιωτικά ανταλλάγματα έχουν, επίσης, χρησιμοποιηθεί ως μέσα για να εμποδιστεί η ανέγερση μνημείων για τα θύματα της Γενοκτονίας, η συμμετοχή μη Αρμενίων επισήμων σε αρμενικές τελετές μνήμης, η παραγωγή κινηματογραφικών ταινιών ή άλλων παραγωγών σχετικών με τη Γενοκτονία. Τούρκοι και κάποιοι μη Τούρκοι ακαδημαϊκοί χρησιμοποιούνται για να δοθεί επιστημονική κάλυψη στη λυπηρή προσπάθεια άρνησης της Γενοκτονίας.
Σύμφωνα με τη διεθνή νομοθεσία η σημερινή κυβέρνηση της Τουρκίας φέρει ευθύνη για τη Γενοκτονία που διαπράχθηκε από τους προκατόχους της, αφού η γενοκτονία είναι ένα έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Οι ηγέτες της Τουρκίας φέρουν κι αυτοί βαριά ηθική ευθύνη, επειδή έχουν αρνηθεί να καταδικάσουν τη Γενοκτονία του αρμενικού λαού ή να αποφανθούν για τις συνέπειές της. Αντίθετα, οι διαδοχικές τουρκικές κυβερνήσεις, από τη Γενοκτονία και μετά, όποιο κι αν ήταν το εκάστοτε καθεστώς, έχουν βρει νέους τρόπους για να καταδιώκουν τον αρμενικό λαό και να του αρνούνται τα βασικά του ανθρώπινα δικαιώματα καθώς και την ιστορία του.
Ζωντανό παράδειγμα είναι τα κατεστραμμένα ιστορικά μνημεία και οι εκκλησίες που βρίσκονται στην τουρκοκρατούμενη Αρμενία, για τα οποία δεν έχει γίνει καμιά απολύτως συντήρηση από το τουρκικό υπουργείο Πολιτισμού, ενώ παρουσιάζονται ως δείγματα τουρκικού πολιτισμού..

Η Δημοκρατία της Αρμενίας σήμερα

Η Αρμενία, μέχρι το 1991, ήταν μια από τις 15 δημοκρατίες της πρώην Ε.Σ.Σ.Δ. Η έκταση της είναι 29.800 τ. χλμ., το 59% της οποίας βρίσκεται σε υψόμετρο 500-2.500 μ., και ο πληθυσμός της είναι 3.732.000 κάτοικοι, το 68% των οποίων ζει σε αστικά κέντρα.
Η Αρμενία συνορεύει στα βόρεια με τη Γεωργία, στα νότια με το Ιράν, στα ανατολικά με το Αζερμπαϊτζάν και στα δυτικά με την Τουρκία. Σημαντικό χαρακτηριστικό του πληθυσμού της είναι η ομοιογένειά του, 93% Αρμένιοι, 2% Ρώσοι, 2% Κούρδοι, 3% άλλες εθνότητες.
Πρωτεύουσα της χώρας είναι το Ερεβάν, πόλη που βρίσκεται σε υψόμετρο 1.000 μέτρων. Ιδρύθηκε τον 7ο αιώνα π.Χ. - από τις αρχαιότερες πόλεις στον κόσμο - και για αιώνες τη διεκδικούσαν οι Τούρκοι και οι Πέρσες, ώσπου το 1828 κατακτήθηκε από τους Ρώσους.
Το 1920 έγινε πρωτεύουσα της Σοβ. Αρμενίας και από τότε γνώρισε ραγδαία ανάπτυξη: ο πληθυσμός της από 30.000 έφθασε το 1.300.000 κατοίκους.
Οι αλλαγές στον ανατολικό συνασπισμό επέδρασαν και στην Αρμενία. Το Κοινοβούλιο της Δημοκρατίας τον Αύγουστο του 1990 ανακηρύσσει την ανεξαρτησία της χώρας από την πρώην Ε.Σ.Σ.Δ., και, με 183 ψήφους υπέρ και 2 κατά, υιοθετεί το πολυκομματικό σύστημα. Ο λαός της με το δημοψήφισμα της 21ης Σεπτεμβρίου 1991 τάσσεται με ποσοστό 99% υπέρ της ανεξαρτησίας της χώρας και της απόσχισης από την πρώην Ε.Σ.Σ.Δ.
Παρά τις δυσκολίες, η νεαρή δημοκρατία σημειώνει αξιοζήλευτη πρόοδο, τόσο σε οικονομικό επίπεδο, όσο και σε κοινωνικό, πολιτικό και πολιτιστικό. Οι απαραίτητες μεταρρυθμίσεις και προσαρμογές για την εδραίωση ενός κράτους δικαίου, που λειτουργεί σύμφωνα με τις αρχές της δημοκρατίας, προχώρησαν με γοργούς ρυθμούς. Ενώ οι προσπάθειες, για την ανάπτυξη της οικονομίας και τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών, συνεχίζονται.






Γενοκτονία

Η αυγή του 19ου αιώνα βρίσκει την Αρμενία μοιρασμένη μεταξύ δύο μεγάλων δυνάμεων της Μέσης Ανατολής, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Περσικής Αυτοκρατορίας. Και ενώ to 1828 η Ρωσία κατακτά από την Περσία το μικρότερο τμήμα, την ανατολική Αρμενία, η δυτική Αρμενία παραμένει υπό Οθωμανική κατοχή.
Οι φιλελεύθερες ιδέες της Δυτικής Ευρώπης εμπνέουν και συμβάλλουν στην εθνική αφύπνιση των υπόδουλων λαών της Βαλκανικής που, ο ένας μετά τον άλλον, ανακτούν την ανεξαρτησία τους. Από την άλλη, η καταπίεση των Αρμενίων της Ανατολίας είναι αφόρητη. Ήδη αναδύεται το αποκαλούμενο Αρμενικό Ζήτημα – ως μέρος του ευρύτερου Ανατολικού Ζητήματος – από τις Ευρωπαϊκές δυνάμεις, στις σχέσεις τους με το Μεγάλο Ασθενή, την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Μετά τον Ρωσο-Τουρκικό πόλεμο του 1877-78, στον οποίο συμμετείχαν οι Αρμένιοι της Ρωσοκρατούμενης Αρμενίας, η Ρωσία, στη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, επέβαλε μεταρρυθμίσεις υπέρ των Αρμενίων υπηκόων του Σουλτάνου, και εγγυήσεις για την προστασία τους έναντι των Κούρδων. Η απαίτηση αυτή κατέστη ηπιότερη στο Συνέδριο του Βερολίνου, αλλά το ‘Αρμενικό Ζήτημα’ παρέμεινε ως θέμα στη διεθνή πολιτική, με τη Μεγάλη Βρετανία στο ρόλο του προστάτη της Τουρκίας, μέχρι το τέλος του αιώνα.
Οι Αρμένιοι, κυρίως της Κωνσταντινούπολης, αρχικά επωφελούνται από τις μεταρρυθμίσεις και τις ελευθερίες που αναγκάζεται να παραχωρήσει η Υψηλή Πύλη, γνωστές ως Τανζιμάτ. Τα δικαιώματα αυτά όμως, είναι άγνωστα στους Αρμενίους της Ανατολίας, που στενάζουν κάτω απ’ το τουρκικό ζυγό. Η δε Οθωμανική Αυτοκρατορία, έχοντας χάσει τα περισσότερα εδάφη της στα Βαλκάνια, φοβάται πως θα χάσει και τη Δυτική Αρμενία. Ήδη αρχίζει να διαμορφώνεται μια νέα κρατική αντίληψη, για οριστική επίλυση του Αρμενικού Ζητήματος, με τον ολοκληρωτικό αφανισμό των Αρμενίων από την ιστορική τους πατρίδα των 3500 χρόνων…
Στα χρόνια του σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ οι σφαγές ήταν συνηθισμένο φαινόμενο. Το 1895, ενώ αναγκάστηκε να υποσχεθεί προς τη Βρετανία, τη Γαλλία, και τη Ρωσία ότι θα προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις, μεγάλης κλίμακας σφαγές έγιναν στις Αρμενικές επαρχίες. Το 1896 νέες σφαγές ξέσπασαν στην πρωτεύουσα και την Κιλικία.
Μετά την κατάληψη της εξουσίας από τους Νεότουρκους, η ‘οριστική λύση’ του Αρμενικού Ζητήματος παίρνει συγκεκριμένη μορφή. Επωφελούμενοι από τις ευνοϊκές συνθήκες που διαμορφώθηκαν κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, οι Νεότουρκοι σχεδιάζουν και θέτουν σε εφαρμογή το σχέδιο εξόντωσης του Αρμενικού λαού, στο διάστημα 1915 – 1917. Έτσι πιστεύουν ότι θα εξασφαλισθεί η ομοιογένεια του πληθυσμού της Αυτοκρατορίας, ο εκτουρκισμός της και θα υλοποιηθεί το όραμα του παντουρκισμού.
Τρία μέλη της κυβέρνησης, ο Μεχμέτ Ταλαάτ, Υπουργός Εσωτερικών το 1915 και Πρωθυπουργός το 1917, ο Ισμαϊλ Ενβέρ, Υπουργός Πολέμου, και ο Αχμέτ Τζεμάλ, Υπουργός Ναυτικών και στρατιωτικός διοικητής της Συρίας, συνιστούν την τριανδρία που ελέγχει την κυβέρνηση και είναι ο ιθύνων νους της γενοκτονίας. Τις υπογραφές τους φέρουν οι εντολές που αποστέλλονται στους διοικητές των επαρχιών της Αυτοκρατορίας, για τον ξεριζωμό των Αρμενίων. Παράλληλα, δημιουργείται μία νέα μυστική οργάνωση, η Ειδική Οργάνωση, που στελεχώνεται με παραστρατιωτικούς και κατάδικους, στους οποίους και ανατίθεται η αποστολή της μαζικής σφαγής των Αρμενίων που θα εκτοπίζονταν από τις εστίες τους.

Στις 24 Απριλίου 1915, συλλαμβάνονται στην Κωνσταντινούπολη και εκτελούνται εκατοντάδες Αρμένιοι διανοούμενοι: στόχος να παραμείνει ο Αρμενικός λαός χωρίς πνευματική ηγεσία, χωρίς καθοδήγηση…......




Σημειώσεις

1 Hayastan,στα αρμενικά

2 Άρμενος. Μυθολογικό πρόσωπο. Η παράδοση αναφέρει ότι ήταν Αργοναύτης με καταγωγή από τη Θεσσαλία· αφού συνόδευσε τον Ιάσονα στην Αργοναυτική εκστρατεία, πήγε στις χώρες Ακιλησηνή, Συσπιρίτιδα, Καλαχάνη και Αδιαβηνή και τις μετονόμασε σε Αρμενία. Ο Στράβων αναφέρει πως οι Αρμένιοι φορούσαν ακόμη την παλιά θεσσαλική ενδυμασία. Το πιθανότερο είναι πως πρόκειται για ετυμολογικό συνδυασμό,Ορμένιος-Αρμένιος, ανάλογο προς άλλους παρόμοιους, όπως Περσεύς-Περσία, Μήδεια-Μηδία.

3 Oυραρτού σημαίνει Aραράτ

Η αυγή του 19ου αιώνα βρίσκει την Αρμενία μοιρασμένη μεταξύ δύο μεγάλων δυνάμεων της Μέσης Ανατολής, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Περσικής Αυτοκρατορίας. Και ενώ τo 1828 η Ρωσία κατακτά από την Περσία το μικρότερο τμήμα, την ανατολική Αρμενία, η δυτική Αρμενία παραμένει υπό Οθωμανική κατοχή.
Οι φιλελεύθερες ιδέες της Δυτικής Ευρώπης εμπνέουν και συμβάλλουν στην εθνική αφύπνιση
των υπόδουλων λαών της Βαλκανικής που, ο
ένας μετά τον άλλον, ανακτούν την ανεξαρτησία τους. Από την άλλη, η καταπίεση των Αρμενίων της Ανατολίας είναι αφόρητη. Ήδη αναδύεται το αποκαλούμενο Αρμενικό Ζήτημα1 – ως μέρος του ευρύτερου Ανατολικού Ζητήματος – από τις Ευρωπαϊκές δυνάμεις, στις σχέσεις τους με το Μεγάλο Ασθενή, την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Μετά τον Ρωσο-Τουρκικό πόλεμο του 1877-78, στον οποίο συμμετείχαν οι Αρμένιοι της Ρωσοκρατούμενης Αρμενίας, η Ρωσία, στη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, επέβαλε μεταρρυθμίσεις υπέρ των Αρμενίων υπηκόων του Σουλτάνου, και εγγυήσεις για την προστασία τους έναντι των Κούρδων. Η απαίτηση αυτή κατέστη ηπιότερη στο Συνέδριο του Βερολίνου, αλλά το ‘Αρμενικό Ζήτημα’ παρέμεινε ως θέμα στη διεθνή πολιτική, με τη Μεγάλη Βρετανία στο ρόλο του προστάτη της Τουρκίας, μέχρι το τέλος του αιώνα.
Οι Αρμένιοι, κυρίως της Κωνσταντινούπολης, αρχικά επωφελούνται από τις μεταρρυθμίσεις και τις ελευθερίες που αναγκάζεται να παραχωρήσει η Υψηλή Πύλη, γνωστές ως Τανζιμάτ. Τα δικαιώματα αυτά όμως, είναι άγνωστα στους Αρμενίους της Ανατολίας, που στενάζουν κάτω απ’ το τουρκικό ζυγό. Η δε Οθωμανική Αυτοκρατορία, έχοντας χάσει τα περισσότερα εδάφη της στα Βαλκάνια, φοβάται πως θα χάσει και τη Δυτική Αρμενία. Ήδη αρχίζει να διαμορφώνεται μια νέα κρατική αντίληψη, για οριστική επίλυση του Αρμενικού Ζητήματος, με τον ολοκληρωτικό αφανισμό των Αρμενίων από την ιστορική τους πατρίδα των 3500 χρόνων…
Στα χρόνια του σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ οι σφαγές ήταν συνηθισμένο φαινόμενο. Το 1895, ενώ αναγκάστηκε να υποσχεθεί προς τη Βρετανία, τη Γαλλία, και τη Ρωσία ότι θα προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις, μεγάλης κλίμακας σφαγές έγιναν στις Αρμενικές επαρχίες. Το 1896 νέες σφαγές ξέσπασαν στην πρωτεύουσα και την Κιλικία.
Μετά την κατάληψη της εξουσίας από τους Νεότουρκους, η ‘οριστική λύση’ του Αρμενικού Ζητήματος παίρνει συγκεκριμένη μορφή. Επωφελούμενοι από τις ευνοϊκές συνθήκες που διαμορφώθηκαν κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, οι Νεότουρκοι σχεδιάζουν και θέτουν σε εφαρμογή το σχέδιο εξόντωσης του Αρμενικού λαού, στο διάστημα 1915 – 1917. Έτσι πιστεύουν ότι θα εξασφαλισθεί η ομοιογένεια του πληθυσμού της Αυτοκρατορίας, ο εκτουρκισμός της και θα υλοποιηθεί το όραμα του παντουρκισμού.
Τρία μέλη της κυβέρνησης, ο Μεχμέτ Ταλαάτ, Υπουργός Εσωτερικών το 1915 και Πρωθυπουργός το 1917, ο Ισμαϊλ Ενβέρ, Υπουργός Πολέμου, και ο Αχμέτ Τζεμάλ, Υπουργός Ναυτικών και στρατιωτικός διοικητής της Συρίας, συνιστούν την τριανδρία που ελέγχει την κυβέρνηση και είναι ο ιθύνων νους της γενοκτονίας. Τις υπογραφές τους φέρουν οι εντολές που αποστέλλονται στους διοικητές των επαρχιών της Αυτοκρατορίας, για τον ξεριζωμό των Αρμενίων. Παράλληλα, δημιουργείται μία νέα μυστική οργάνωση, η Ειδική Οργάνωση, που στελεχώνεται με παραστρατιωτικούς και κατάδικους, στους οποίους και ανατίθεται η αποστολή της μαζικής σφαγής των Αρμενίων που θα εκτοπίζονταν από τις εστίες τους.


Άδανα

Τον Απρίλιο του 1909, στην επαρχία της Κιλικίας έλαβαν χώρα οι σφαγές των Αδάνων ενώ παράλληλα στην Κωνσταντινούπολη ξέσπασε μια μυστηριώδης εξέγερση, η οποία απεδόθη σε αντιδραστικές δυνάμεις, ειδικότερα σε θρησκευτικές και εχθρικές προς την επανάσταση των Νεοτούρκων του 1908. Η πρώτη φάση, εκτυλίχθηκε μεταξύ 14 και 16 Απριλίου. Ένα οπλισμένο πλήθος μουσουλμάνων επετέθη στην αρμενική συνοικία των Αδάνων. Οι Αρμένιοι αμυνόμενοι αντιστάθηκαν σε άλλες πόλεις και χωριά της Κιλικίας, όπου επίσης γίνονταν σφαγές.
Αυτή η πρώτη φάση, διεκόπη με την επέμβαση των στρατιωτικών δυνάμεων οι οποίες ωστόσο δεν σταμάτησαν την έκρηξη των βιαιοτήτων, καθώς από τις 25 έως τις 27 Απριλίου - και μετά την άφιξη των προερχομένων από την πρωτεύουσα συνταγματικών στρατευμάτων - εξελίχθη η δεύτερη φάση των σφαγών, οπότε η αρμενική συνοικία πυρπολήθηκε ολοσχερώς. Ο απολογισμός ήταν: 20.000 νεκροί στη συντριπτική τους πλειονότητα Αρμένιοι.
Η νέα κυβέρνηση προσπάθησε να ενοχοποιήσει το σουλτάνο ως υπεύθυνο τόσο για την απόπειρα της επαναστατικής ανταρσίας στην πρωτεύουσα όσο και για τις σφαγές των Αδάνων. Στην πραγματικότητα όμως χωρίς να μπορεί να το αποδείξει. Επιπλέον, δεν έπεισαν και ορισμένοι κύκλοι νεοτούρκων οι οποίοι άφηναν να εννοηθεί ότι τα θύματα καταζητούντο. Γρήγορα, με τη σιωπηλή συμφωνία των μεγάλων δυνάμεων, οι οποίες είχαν προξενεία στα Άδανα, οι σφαγές - στην καλύτερη περίπτωση - χαρακτηρίστηκαν ως ένα δυσάρεστο επεισόδιο, θεωρώντας τες ως μία από τις τελευταίες αναταραχές του παρελθόντος, οι οποίες δεν θα μπορούσαν φυσικά να υποθηκεύσουν το μέλλον.

Άδανα 1909


Κωνσταντινούπολη

Στις 24 Απριλίου 1915, συλλαμβάνονται στην Κωνσταντινούπολη και εκτελούνται εκατοντάδες Αρμένιοι διανοούμενοι: Στόχος να παραμείνει ο Αρμενικός λαός χωρίς πνευματική ηγεσία, χωρίς καθοδήγηση…Στις αρμενικές επαρχίες της Ανατολίας, στρατολογούνται, αφοπλίζονται και στη συνέχεια εκτελούνται όλοι οι άρρενες Αρμένιοι ηλικίας 15 – 62 ετών. Ανυπεράσπιστοι άμαχοι, γυναίκες, γέροι και παιδιά, εκδιώκονται βιαίως από τις πατρογονικές τους εστίες και οδηγούνται μαζικά προς τις αφιλόξενες ερήμους της Συρίας… το Ντερ-ελ-Ζορ… Καθ’οδόν, δέχονται τις επιθέσεις του τακτικού στρατού αλλά και των ατάκτων και των Κούρδων νομάδων. Σφαγές, βιασμοί, δολοφονίες, αρπαγές παιδιών, ληστείες, …ελάχιστοι επιβιώνουν…
Πάνω από ενάμισι εκατομμύριο Αρμένιοι, δηλ. το 80% του Αρμενικού πληθυσμού της Δυτικής Αρμενίας, χάθηκε στην πρώτη γενοκτονία του 20ου αιώνα… Ένας μικρός, σχετικά, αριθμός επιζώντων βρήκε καταφύγιο στις γειτονικές χώρες -μεταξύ αυτών και στην Ελλάδα -, συγκροτώντας σταδιακά τη μεγάλη Αρμενική Διασπορά. Στις επαρχίες της Δυτικής Αρμενίας, που εντάσσονται στο νεοσυσταθέν Τουρκικό κράτος, μόνον τα ερείπια της πλούσιας αρμενικής αρχιτεκτονικής κληρονομιάς θυμίζουν πλέον την τρισχιλιετή παρουσία των γηγενών Αρμενίων…




Επιχείρηση Bank Ottoman

Η επιχείρηση2 οργανώθηκε από την κεντρική επιτροπή της Αρμενικής Επαναστατικής Ομοσπονδίας -Τασνακτσουτιούν και ήταν μια μείζων πολιτική πράξη, που σκοπό είχε να αναγκάσει τις μεγάλες δυνάμεις (Αγγλία, Ρωσία, Γαλλία) να παρέμβουν δυναμικά και να συμβάλλουν στην επίλυση του Αρμενικού Ζητήματος, πόσο μάλλον όταν η κατάληψη της τράπεζας έθετε σε κίνδυνο και τα δικά τους συμφέροντα. Η προετοιμασία και ο σχεδιασμός είχε ξεκινήσει από τις αρχές του καλοκαιριού, έτσι στις 14 Αυγούστου στις 12 το μεσημέρι, μια ομάδα 26 αγωνιστών υπό την ηγεσία των Αρμέν Καρό, Παπκέν Σιουνί και Χράτς επιτίθενται στην τράπεζα. Την ίδια στιγμή σε άλλα σημεία της πόλης πραγματοποιούνται επιθέσεις κατά στρατιωτικών κτιρίων και στρατοπέδων, ενώ μέλη του κόμματος επέδωσαν υπόμνημα στις ευρωπαϊκές πρεσβείες, με το οποίο ζητείτο η εισαγωγή μεταρρυθμίσεων στην τουρκοκρατούμενη Αρμενία.

Στην ανταλλαγή πυροβολισμών κατά την είσοδο στην τράπεζα, ο Παπκέν Σιουνί πέφτει νεκρός μαζί με έναν σύντροφό του ενώ άλλοι οκτώ τραυματίζονται, παρόλα αυτά επιτυγχάνεται η κατάληψη, η οποία διαρκεί μέχρι το πρωί της 15ης Αυγούστου, όταν ύστερα από μεσολάβηση των πρέσβεων των τριών μεγάλων δυνάμεων, οι Αρμένιοι αποχωρούν -έχοντας αποκρούσει δύο επιθέσεις των τουρκικών αρχών- αφήνοντας πίσω τους 4 νεκρούς και 5 σοβαρά τραυματίες, χωρίς όμως να έχουν πειράξει κανέναν από το προσωπικό και χωρίς να λείπει ούτε μια λίρα από τα χρηματοκιβώτια. Οι επιζώντες καταληψίες απελάθηκαν στη Μασσαλία, όπως είχε συμφωνηθεί με τον εκπρόσωπο των πρέσβεων Ρώσο Μαξίμοβ.
Αμέσως μετά, ως αντίποινα, οι Τούρκοι εξαπέλυσαν μεγάλο κύμα σφαγών εναντίον των Αρμενίων της Κωνσταντινούπολης. Η ταυτόχρονη και ταχύτατη εμφάνιση των σφαγέων και ο εξοπλισμός τους με τα ομοιόμορφα ξύλινα ρόπαλα, επιβεβαιώνει την άποψη ότι όλα είχαν οργανωθεί από την τουρκική κυβέρνηση. Ο ανταποκριτής της εφημερίδας «Ακρόπολις», αυτόπτης μάρτυς έγραφε στο φύλλο της 26ης Αυγούστου:

«Δεν πρέπει να υπάρχει αμφιβολία ότι η σφαγή εγένετο τη επινεύσει και τη πρωτοβουλία των αρχών. Οι μουσουλμάνοι ηγνόουν μόνο την ημέρα και την ώραν, αλλ’ ήσαν προειδοποιημένοι ότι άμα ως τελεσθή κίνημα τι αρμενικόν θα επιτραπή αυτοίς να σφάξωσι τους Αρμενίους. 
Τούτο αποδεικνύεται εκ του γεγονότος ότι, άμα ως ηκούσθησαν πυροβολισμοί, εξήλθαν εις τας οδούς οι ροπαλοφόροι, χωρίς να παρέλθη χρονικόν τι διάστημα προετοιμασίας ως θα εγένετο εάν μη ήτο προπαρασκευασμένοι».

Οι σφαγές επεκτάθηκαν και στα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης. Η νεαρή Αγγλίδα Ντορίνα Νηβ, η οποία διέμενε στο Κανδήλι και υπήρξε αυτόπτης μάρτυς των διωγμών κατά των Αρμενίων στο παραλιακό αυτό προάστιο, περιέγραψε τα γεγονότα στο αυτοβιογραφικό βιβλίο της «Είκοσι έξι χρόνια στο Βόσπορο», ως εξής: «Ομάδες μουσουλμάνων εμφανίστηκαν ταυτόχρονα και οι Αρμένιοι σφαγιάζονταν από μια ορδή βαζιβουζούκων, άγριων ανθρώπων από τη Μικρά Ασία, που ήταν σε ετοιμότητα για μια τέτοια περίσταση. Η τουρκική κυβέρνηση είχε πληροφορηθεί, μέσω του οργανωμένου συστήματος κατασκόπων που διέθετε, ότι οι Αρμένιοι προετοίμαζαν αυτό το δραστικό εγχείρημα και μόλις ακούστηκε η έκρηξη της πρώτης βόμβας, δόθηκε το σύνθημα της χωρίς διακρίσεις σφαγής των Αρμενίων. Επικεφαλής των συμμοριών ήταν σοφτάδες και αξιωματικοί της αστυνομίας, ενώ οι παρευρισκόμενοι στρατιώτες απλώς παρατηρούσαν και πότε-πότε έριχναν κάποιον πυροβολισμό στον αέρα…».
Οι σφαγές της Κωνσταντινούπολης υπήρξαν αφορμή να εκδηλωθεί ένα πραγματικά μεγάλο κύμα συμπάθειας του Ελληνισμού προς τους Αρμενίους. Ο ανά τον κόσμο ελληνικός Τύπος παρουσίασε λεπτομερώς τα συμβάντα. Τα δημοσιεύματα, οι περιγραφές και οι καταγγελίες ήταν πολλές.
Η συμπαράσταση προς τους διωκόμενους Αρμενίους, είχε την κορυφαία έκφανσή της στο χώρο του μικρού και πτωχού ελλαδικού κράτους, Κάποια άλλα κράτη (Ρωσία, Σερβία, Ρουμανία) αρνήθηκαν να δεχτούν αρμενίους πρόσφυγες.


 Μαρτυρίες


 Μανούκ Τζαρουγκιάν..

Αγαπημένε μου αδελφέ,

Κατά πρώτον χαιρετώ την οικογένειά σου και όλους σας.
Ως συνέπεια τού παρόντος πολέμου με στράτευσαν και εμένα και θα με έστελναν κατ’ ευθείαν στην (πόλη) Γκαρίν (Ερζερούμ).Αναγκάστηκα να υποβάλλω σχετικό αίτημα εξαγοράς, το οποίο απεδέχθησαν για 20 ημέρες. Πλήρωσα ως εγγύηση 45 λίρες και με κράτησαν στα εδώ τάγματα εργασίας, έως ότου εξοφλήσω την εξαγορά και απελευθερωθώ.Συνεπώς, μόλις λάβετε την επιστολή, παραδώστε αμέσως 60 λίρες στο τοπικό ταχυδρομείο και να τις αποστείλετε κατ’ ευθείαν στην Κωνσταντινούπολη, στον Πατριάρχη Παναγιότατο Ζαβέν Γεγιαγιάν.
Να γράψετε και συνοδευτική επιστολή στην κάτωθι αναγραφόμενη διεύθυνση στον Πατριάρχη. Έχω ήδη ενημερώσει το Πατριαρχείο. Μόλις τα παραλάβουν (εννοεί τις λίρες και την επιστολή) θα μού τα στείλουν αμέσως. Μείνετε ήσυχοι ως προς αυτό.Μόλις λάβω το ποσό και πληρώσω την εξαγορά θα με απελευθερώσουν και θα σας ενημερώσω.
Παρά το γεγονός ότι σκέφθηκα να τηλεγραφήσω για αυτό το θέμα, εν τούτοις, συνυπολογίζοντας τις δυσκολίες τις οποίες θα αντιμετωπίσω, έκρινα σκόπιμο να επικοινωνήσω μαζί σας με επιστολή. Ελπίζοντας ότι θα πραγματοποιήσετε απαρέγκλιτα αυτό το ζήτημα, περιμένω με ανυπομονησία το ποσό και την επιστολή σας.

Ο αδελφός σας
Μανούκ Τζαρουγκιάν3

Παρακαλώ στείλε στο Πατριαρχείο μαζί με το γράμμα σου:

Διεύθυνση στην πόλη Γκαμάχ: Γκαμάχ4 - Βαρί Παγκαρίτα


Με λένε Αραξή Παμπουκιάν - Μπογοσιάν...

Γεννήθηκα 26 Ιανουαρίου 1939 στο Ιντέρ του Μουσά Λερ. Θα σας διηγηθώ από την αρχή την ιστορία της οικογένειάς μου, όπως μου την διηγήθηκαν οι δικοί μου πολλές φορές, αλλά στη συνέχεια κι όπως την έζησα εγώ..

Ο πατέρας μου λεγόταν Οβαννές Παμπουκιάν. Οι ρίζες των γονιών του κρατούσαν από τα Άδανα και από το Αντάπ. Κατά τη διάρκεια της γενοκτονίας του 1915 ο πατέρας μου ήταν 14 ετών. Οι γονείς του, δηλαδή ο παππούς και η γιαγιά μου Άννα, άφησαν τη τελευταία τους πνοή στους δρόμους της ερήμου. Ο πατέρας μου και ο Μπογός, ο αδελφός του 12 ετών, σώθηκαν χάρη στις φροντίδες αράβων γυναικών. Δεν γνωρίζουμε τι έγινε η αδελφή τους και θεία μου Ισκουή Παμπουκιάν, αν πέθανε ή αν σώθηκε από άλλους. Ποτέ δεν μάθαμε. Οι γυναίκες λοιπόν των Αράβων έκρυψαν τον πατέρα μου και τον αδελφό του πίσω από σωρούς με ξύλα και ξερά χόρτα. Αργότερα, όταν απομακρύνθηκαν οι Τούρκοι, τους πήραν για παραπαίδια στο σπίτι τους, να κάνουν τις μικροδουλειές. Τους φέρθηκαν ευγενικά και έδειξαν κατανόηση στο πόνο τους. Έζησαν μερικά χρόνια εκεί και όταν έμαθαν ότι στο βουνό Μουσά Λερ υπήρχαν τα μοναδικά πια σε όλη την Κιλικία αρμενικά χωριά, ζήτησαν να φύγουν για να βρουν τους συμπατριώτες τους. Το 1919 ο πατέρας μου ήταν 18 χρονών, όταν πια έφτασαν στο Ιντέρ. Ο πατέρας μου ήταν καλός μάστορας μυλόπετρας, ήταν καλός χειροτέχνης γενικά και πολύ εργατικός. Στο Ιντέρ γίνεται λοιπόν μυλωνάς.

Η μητέρα μου λεγόταν Ντιρουή Ιπρατζιάν του Μπεντρός και της Μαριάμ. Γεννήθηκε το 1912 σε ένα από τα χωριά του Μουσά Λερ, το Ιντέρ. Είχε 7 αρμενικά χωριά: Ιντέρ, Χιντιρμπάκ, Βερίν Ταγ, Κεσάπ, Μπερτιάς, Βακίφ και άλλο ένα που δεν θυμάμαι τώρα.

Ξεκινάει η γενοκτονία του 1915. Λίγο πριν είχε έρθει, λέει, ένας Αρμένιος από τη Γαλλία με τη γυναίκα του επίσκεψη στο Μουσά Λερ. Έτσι έτυχε να είναι και αυτός εκεί στα γεγονότα. Θαρρώ πως τον έλεγαν Γιαγουπιάν ή Γεσαή. Αυτός καλεί σε συμβούλιο τους παπάδες, δασκάλους, προύχοντες, γραμματιζούμενους, όσους είχαν εξουσία ή άποψη από όλα τα αρμενικά χωριά του Μουσά Λερ και με προτροπή του αποφασίζουν να μη παραδοθούν στους Τούρκους. Η μοίρα των Αρμενίων της Κιλικίας και δυτικής Αρμενίας είχε γίνει πια γνωστή. Το Μουσά Λερ είχε πυκνά δάση και μόνο οι ντόπιοι Αρμένιοι ήξεραν τα μονοπάτια. 

Στο συμβούλιο αυτό αποφασίζουν να ανέβουν όλοι στο βουνό για να προστατευθούν. Δεν παρέδωσαν ούτε τους νέους άντρες που έπρεπε τότε να καταταγούν στο Οθωμανικό στρατό, γιατί ήταν σίγουροι ότι θα πάνε χαμένοι. Φεύγουν όλοι μαζί πολύ καλά προετοιμασμένοι και οργανωμένοι, δηλαδή αρκετές χιλιάδες κόσμος από τα 7 χωριά. Η μητέρα μου Ντιρουή ήταν μόλις 3 ετών, την φόρτωσαν πάνω στο μουλάρι. Μαζεύουν λοιπόν όλα όσα μπορούσαν, φορτώνουν γαϊδούρια και μουλάρια και ανεβαίνουν ψηλά, εκεί που αραιώνει το δάσος, όπου και κατασκηνώνουν. Ήταν καλοκαίρι ευτυχώς. Πήραν μαζί τους και τα ζωντανά τους, κατσίκια κυρίως και αρνιά και ότι άλλο απαραίτητο. Είχαν μαζί τους ακόμη και «γεργκάνκ», ένα εργαλείο σαν ατομικός μύλος, που αποτελείται από μικρές μυλόπετρες και χρησιμεύει για να αλέθουν οι γυναίκες το πλιγούρι. Οι άντρες, έτσι και ο παππούς μου ο Μπεντρός, φυλάγανε σκοπιά σε όλα τα μονοπάτια που έρχονταν από κάτω. Για όπλα είχαν ότι είχαν από πριν για κυνήγι, αλλά έφτιαχναν και από μόνοι τους «ινκνασέν ζενκέρ» (αυτοσχέδια όπλα και σφαίρες). Οι Τούρκοι επιτέθηκαν πολλές φορές από χαμηλά, πυροβολούσαν ή έριχναν με κανόνια, όμως δεν κατάφεραν να τους προσεγγίσουν, γιατί δεν ήξεραν τα μονοπάτια. Συνολικά μόνο 18 δικά μας παλικάρια σκοτώθηκαν, θυσιάστηκαν για όλους.

Το φαΐ λιγόστευε. Οι νέες γυναίκες, αυτές που ήταν ανύπαντρες ή δεν είχαν μωρά παιδιά, με τη συνοδεία λίγων αντρών κατέβαιναν τις νύχτες στα χωριά για να φέρουν φαγώσιμα. Η γη τους ήταν πολύ γόνιμη, με πολλά νερά που κατέβαιναν από το βουνό. Είχαν πολλά δέντρα, συκιές, ροδιές, μουριές, ελιές, μανταρινιές, οπωροφόρα δέντρα, αμπέλια και πολλά άλλα. Οι αποθήκες των σπιτιών γεμάτες σιτάρι, αλεύρι, κρασιά, σταφίδες, ξερά σύκα και ποιος ξέρει τι άλλα. Κάποια φορά τη νύχτα, στην επιστροφή από τα χωριά, πιάνεται το «τσουχά» -πανωφόρι- ενός άντρα σε ένα κλαδί. Αυτός νομίζει ότι τον έπιασαν οι Τούρκοι. Βάζει τότε το όπλο προς τα πίσω και πυροβολεί, σκίζεται το «τσουχά» και σώνεται. Βλέπει μετά ότι ήταν μόνο ένα κλαδί, γελάνε όλοι μαζί.

Οι Τούρκοι από τα μεσόγεια δεν είχαν σταματήσει να ρίχνουν με κανόνια. Από τη μεριά της θάλασσας δεν είχε Τούρκους. Οι άντρες βλέπουν να περνούν πλοία με γαλλικές ή αγγλικές σημαίες. Αποφασίζουν να ζητήσουν βοήθεια από τη θάλασσα. Είναι Αρμένιοι, περικυκλωμένοι από Τούρκους και μόνο από τη μεριά της θάλασσας ελπίζουν για σωτηρία. Πάνω σε τεράστια σεντόνια -σαν πανό- γράφουν: «Όποιος αγαπάει τον Θεό ας μας σώσει». Κρεμούν αυτά τα σεντόνια πάνω από απότομους γυμνούς βράχους που κοιτούσαν προς τη θάλασσα. Τις νύχτες άναβαν φωτιές, μήπως και τους προσέξουν από τα πλοία. Κάποια στιγμή πλησιάζει ένα γαλλικό πλοίο, το «Ντουσέν», ο καπετάνιος είναι Γαλλοαρμένιος. Τη νύχτα συνεννοούνται με φωτάκια και τη μέρα με αυτόσχέδια μεγάφωνα. Ο καπετάνιος ζητά κάποια αντιπροσωπεία τους για να μιλήσουν. Οι Μουσαλερτσί Αρμένιοι αποφασίζουν πως, αν δεν γυρίσει η αντιπροσωπεία ή δεν έρθει βοήθεια, δεν έχουν άλλη λύση, θα ρίξουν γυναίκες, παιδιά, γέρους και αδύναμους στη θάλασσα, ενώ οι άντρες θα οργανώσουν ηρωική κάθοδο, βέβαιοι πως θα πεθάνουν όλοι, αλλά τουλάχιστον θα προκαλούσαν και αυτοί απώλειες στον εχθρό. Η αντιπροσωπεία κατεβαίνει στο πλοίο, τους πηγαίνουν στο λιμάνι, εκεί εξιστορούν τα γεγονότα στους Γάλλους και 1-2 νύχτες μετά έρχονται γαλλικά πλοία για να παραλάβουν τον κόσμο. Στα πλοία μπαίνουν πρώτα τα παιδιά, οι γυναίκες, οι γηραιότεροι και φυσικά οι τραυματίες. Οι άντρες μένουν οπισθοφυλακή μέχρι να έρθουν κι άλλα πλοία να τους παραλάβουν. Όταν ξανάρθαν τα πλοία, οι Τούρκοι τα βομβάρδιζαν από τη στεριά κρυμμένοι μέσα σε μια αρμενική εκκλησία, με αποτέλεσμα να τραυματιστούν αρκετοί Μουσαλερτσί, ανάμεσά τους ο αδερφός της γιαγιάς μου Μαριάμ, αλλά πολύ βαριά και ο άντρας της, ο πατέρας της μάνας μου. Οι Γάλλοι ζητούν άδεια από τους Μουσαλερτσί να βομβαρδίσουν την αρμενική εκκλησία για να σταματήσουν τους Τούρκους. Οι Αρμένιοι δίνουν τη συγκατάθεσή τους, η εκκλησία με τους Τούρκους μέσα ανατινάζεται και έτσι σώζονται από τα εχθρικά πυρά. Ήταν Σεπτέμβρης του 1915 όταν ολοκληρώθηκε η επιχείρηση σωτηρίας. Είχαν μείνει περίπου 40 ημέρες εκεί στο Μουσά Λερ.
Οι Γάλλοι τους πηγαίνουν στο Πορτ Σάιντ της Αιγύπτου, όπου μένουν περίπου 4 χρόνια σε στρατόπεδα. Οι τραυματίες μεταφέρονται χώρια. Έτσι χάνονται τα ίχνη τους. Η ζωή στο Πορτ Σάιντ ήταν πολύ δύσκολη. Η θλίψη του ξεριζωμού, η πείνα, αλλά ιδίως η ελονοσία εξόντωσαν πολλούς δικούς μας.

Το 1918 ή 1919 οι Γάλλοι ανακοινώνουν στους Αρμενίους πως η περιοχή του Μουσά Λερ είναι προτεκτοράτο τους και πως μπορούν άφοβα να επιστρέψουν, αν θέλουν. Φυσικά και όλοι επιστρέφουν πίσω στα χωριά τους. Πολλά από τα σπίτια τα βρήκαν κατεστραμμένα, λεηλατημένα, τα χωράφια είχαν μείνει χέρσα, ακαλλιέργητα και ποδοπατημένα για πολλά χρόνια. Μα σιγά σιγά ξαναστήνουν το βιός τους. Προκομμένοι άνθρωποι. Η περιοχή ξανανθίζει. Εκτός από τη γη που ήταν πλούσια και γόνιμη, το Μουσά Λερ είχε τεράστια πυκνά δάση. Έκαναν λοιπόν εμπόριο ξυλείας και κάρβουνου. Το κλίμα βοηθούσε και είχαν πολλές μουριές, έτσι είχαν πλήρη μεταξουργία, από την εκτροφή του μεταξοσκώληκα έως και την υφαντουργία. Επίσης από κόκαλα ζώων έφτιαχναν όμορφες χτένες και στολίδια για τα μαλλιά. Είχε δουλειά για όλους, άντρες και γυναίκες, στη γη, στην παραγωγή, στο εμπόριο… Τότε ήταν που ήρθαν στο Ιντέρ ο πατέρας μου με τον αδερφό του. Διασώθηκαν από ολάκερη γενοκτονία. Ο πατέρας μου 18 χρονών πια, ανέλαβε το νερόμυλο του χωριού.
Όταν η Ντιρουή ήταν 8 ετών, η μάνα της η Μαριάμ (η γιαγιά μου) είδε να επιστρέφει σώος ο άντρας της Μπεντρός και ο αδελφός της. Τόσα χρόνια είχαν χάσει την ελπίδα, τους θεωρούσαν νεκρούς, τους είχαν πενθήσει σιωπηλά. Από την χαρά της η καρδιά της δεν αντέχει και σβήνει επί τόπου. Ήταν ένας θάνατος από χαρά. Μερικούς μήνες μετά πεθαίνει και η μάνα της γιαγιάς μου, βαρύ το πένθος για την κόρη της. Το 1922 ή '23 πεθαίνει και ο Μπεντρός, μάλλον από επιπλοκή του τραύματος που είχε τότε στο πλοίο. Η Ντιρουή και τα δυο μικρότερα της αδέλφια μένουν ορφανά (η αδερφή της Σαμιράμ -που πολύ αργότερα παντρεύτηκε κι έζησε στη Βραζιλία- και ο αδερφός της Μαργκός Ιπρατζιάν -που αργότερα σπούδασε στη σχολή Μελκονιάν της Κύπρου, γύρισε στο Λίβανο και έγινε διευθυντής σχολείου στο Αντζάρ και στη Βηρυτό). Τη φροντίδα τους αναλαμβάνει η οικογένεια του αδελφού του Μπεντρός, ο Οβαννές Ιπρατζιάν.

Το 1926 παντρεύουν την Ντιρουή σε ηλικία 14 ετών με το μυλωνά του χωριού, τον νεαρό Οβαννές Παμπουκιάν. Αναλαμβάνει εκείνη τότε και τη φροντίδα του μικρότερού της αδελφού. Οι γονείς της είχαν μεγάλη περιουσία. Περιουσία όταν λέμε, είχαν ένα μεγάλο διώροφο σπίτι με μπαλκόνια και με κανονικά κεραμίδια, αρχοντικό για την εποχή, πολλά και γόνιμα χωράφια, κήπους, περβόλια και γη. Ασχολούνταν και με τη μεταξουργία. Αυτή η περιουσία είχε δημιουργηθεί από την εποχή του παππού της Ντιρουή, του Μαργκός που ήταν προύχοντας, τίτλος τιμής για την εποχή. Φυσικά ότι είχε καταστραφεί μεταξύ '15 και '18 ξαναστήθηκε με πολύ και σκληρή εργασία. Στα χωράφια τους δούλευαν και Άραβες από τα γειτονικά χωριά και πληρώνονταν σε είδος: μισά μισά η παραγωγή. Η Ντιρουή και ο Οβαννές όσο ζουν στο Μουσά Λερ κάνουν 5 παιδιά, όλα κορίτσια. Τελευταία γεννήθηκα εγώ, η Αραξή, αρχές του 1939.

Ήμουν 5-6 μηνών την ημέρα του Βαρτεβάρ, τον Ιούλιο του '39, όταν λήγει η εικοσαετής συμφωνία των Γάλλων και η περιοχή παραδίδεται σε τουρκική κυριαρχία. Η τουρκική κυβέρνηση απαιτούσε από τους Μουσαλερτσί να αρνηθούν ή τη γλώσσα ή τη θρησκεία τους. Ή εξισλαμισμός ή εκτουρκισμός ή ίσως και τα δύο. Οι Γάλλοι προτείνουν στους Μουσαλερτσί Αρμένιους να τους μεταφέρουν όλους στην περιοχή Αντζάρ του Λιβάνου, όπου θα ετοίμαζαν σπίτια για να ζήσουν εκεί. Οι περισσότεροι ακολουθούν τους Γάλλους. Δεν είχαν δικαίωμα να πάρουν τις περιουσίες τους μαζί, όλος ο πλούτος έμεινε στους Τούρκους. Σε ένα μόνο χωριό το Βακίφ οι κάτοικοι αποφάσισαν να μείνουν στη γη του Μουσά Λερ. Δεν ξέρω, ναι, δυστυχώς δεν μάθαμε τι έγινε με όσους έμειναν πίσω.
Στο Αντζάρ ενόσω οι Γάλλοι έχτιζαν τα σπίτια, εμείς μέναμε σε σκηνές. Η φύση ήταν παρόμοια με του Μουσά Λερ, αλλά η προσαρμογή ήταν δύσκολη. Ο πατέρας μου έγινε πάλι ο μυλωνάς του χωριού. Ήμουν πολύ μικρή, όμως θυμάμαι ακόμη πως ο μύλος του πατέρα μου ήταν μια ευθεία από το σπίτι, αριστερά και δεξιά από το δρόμο ήταν γεμάτο καστανιές. Ήταν και μια βρυσούλα εκεί κοντά και από όπου πίναμε νερό. Ήταν κι ένα ήσυχο αλλά βαθύ ποτάμι, ο Άσσα, που έρεε πλάι στα χωράφια των σιταριών. Τα κοντινά χωριά κατοικούνταν από χριστιανούς Άραβες. Υπήρχε κι ένας κήπος, γεμάτος καστανιές, εκεί μαζεύονταν κυρίως οι νέοι. Εκεί και το μνημείο για το Μουσά Λερ. Κάθε χρόνο, την τρίτη Κυριακή του Σεπτέμβρη ετοιμάζουν σε μεγάλα καζάνια "χερισά" και το μοιράζουν στον κόσμο, διότι το πλοίο Ντουσέν μας έσωσε από τον αποκλεισμό το Σεπτέμβρη το '15. Τη μνήμη αυτή τιμούμε την ίδια μέρα στο μνημείο για το Μουσά Λερ και στην Αρμενία, όπως την τιμούσαν κάποτε, από το '19 ως το '39, και στο Μουσά Λερ.

Η ζωή τα 'φερε έτσι που μετά από το Μουσά Λερ ξεριζωθήκαμε πολλές φορές. Από το Αντζάρ -Αρμενία. Εκεί προσγειωθήκαμε στη σοβιετική πραγματικότητα. Εμάς, μας εγκατέστησαν κοντά στο Λενιναγκάν (Κιουμρί), στο χωριό του μεγάλου ποιητή Αβεντίκ Ισαακιάν, το Αγήν, πλάι στον ποταμό Αρπά Τζάι, στα σύνορα με την Τουρκία. Ο πατέρας μου έγινε πάλι μυλωνάς και εκεί ζήσαμε περίπου ένα χρόνο. Ο νερόμυλος παλιά ανήκε στην οικογένεια του Αβεντίκ Ισαακιάν. Τότε ανήκε πια στο κολχόζ και η παραγωγή μοιραζόταν στον κόσμο. Ο Αβεντίκ Ισαακιάν πήγαινε συχνά στον νερόμυλο, συζητούσε με τον πατέρα μου και κατέγραφε την διήγησή του σε ότι αφορούσε την ιστορία του Μουσά Λερ.
Μετά από πολλές υποχρεωτικές μετατοπίσεις μέσα στη χώρα μας, βρίσκομαι τώρα εδώ, στην Ελλάδα και ποιος ξέρει τι θα ξημερώσει αύριο. Μια επιθυμία όμως έχει μείνει άσβεστη μέσα μου. Να βρεθώ για λίγο στο Ιντέρ, στο Μουσά Λερ, στον τόπο γέννησής μου! Να δω το σπίτι των δικών μου, αν υπάρχει ακόμη, θα το αναγνωρίσω, τόσο καλά μας το έχουν περιγράψει οι δικοί μας…


Με λένε Μισάκ Απελιάν..

Γεννήθηκα το 1938 στην πόλη Μαλαγέρ (ή Μαρακέγ) της Περσίας. Θα σας διηγηθώ την ιστορία της οικογένειάς μου, ιδιαίτερα δε του πατέρα μου.
Στο χωριό Ουζουνλού, της περιοχής Γιοζγκάτ, ζούσαν ο παππούς μου Οβαννές Απελιάν - Κανανιάν και η γιαγιά μου Μάρτα. Το Ουζουνλού ήταν 60 χλμ. από την Άγκυρα στο δρόμο προς Κιλικία. Ο Οβαννές είχε 4 γιους και 2 κόρες: ο Μισάκ, ο Γεζεκέλ, ο Μεσρόπ, ο Ρουπέν και η Αλτούν. Την άλλη κόρη, μικρότερη απ’ όλους, δεν θυμάμαι πως την έλεγαν. Πατέρας μου ο Μεσρόπ. Θυμάμαι όσα μας έλεγε, τα θυμάμαι καλά, γιατί μας τα διηγιόταν συχνά και πολύ παραστατικά.
Ο τουρκικός στρατός και η χωροφυλακή εισέβαλαν, που λέτε, απρόσμενα το 1915 στο Ουζουνλού. Σφαγές και αρπαγές γίνονταν και σε άλλα μέρη, μα άρχισαν τόσο ξαφνικά και πήραν μεγάλη έκταση τόσο γρήγορα, που κανείς δεν προλά-βαινε να αντιδράσει ή έστω να τρέξει να ειδοποιήσει άλλες περιοχές. Οι δυο μεγαλύτεροι, Μισάκ και Γεζεκέλ είχαν ήδη κληθεί και υπηρετούσαν τη θητεία τους στο τουρκικό στρατό, κάπου μακριά.
Ο ιμάμης της περιοχής διάβασε τη διαταγή σφαγής και κατέληξε: «Ω, καταραμένοι! Ο μεγάλος Αλλάχ έφερε τη μέρα που όποιος είναι μουσουλμάνος, πρέπει να σφάζει τους Αρμένιους». Έδεσαν τους άντρες 17 ως 60 χρονών ανά δεκάδες, πολλές δεκάδες, για να τους πάνε για σφαγή. Η επιλογή των αντρών έγινε με μια ματιά στο λαιμό, δηλαδή σ’ όποιον προεξείχε το “μήλο του Αδάμ”. Δεν σώθηκε κανένας τους, …ούτε κι ο παππούς Οβαννές. Πολλοί Τούρκοι άρπαζαν γεροδεμένους νέους κι εφήβους, που δεν είχαν “ώριμο μήλο του Αδάμ”, για να τους κάνουν δούλους στα χωράφια τους. Ο Μεσρόπ και ο Ρουπέν που ήταν έφηβοι, τους πήραν και γλίτωσαν. Στο μεταξύ πιο κει βλέπουν με τα μάτια τους, τους τούρκους στρατιώτες να πυροβολούν ή με τσεκούρια να σφάζουν όλο το λαό του χωριού. Συγγενείς, φίλοι, γείτονες.... Τα όμορφα νεαρά κορίτσια τα άρπαζαν για τις ορέξεις τους. Έτσι άρπαξαν και την Αλτούν, την μεγάλη αδερφή τους. Ήταν, λένε, τόσο όμορφη, όσο κι έξυπνη!
Μερικοί Αρμένιοι κατάφεραν και κρύφτηκαν την περίοδο αυτή. Λίγο καιρό μετά τις πρώτες σφαγές ήρθε νέα διαταγή, σύμφωνα με την οποία σταματάει ο διωγμός των Αρμενίων και να νιώσουν ελεύθεροι κι ασφαλείς για να εμφανιστούν. Δυστυχώς πολλοί το πίστεψαν, βγήκαν από τις κρυψώνες τους και ...πάει, θυσιάστηκαν κι αυτοί.
Παιδαρέλι ακόμη, λοιπόν, πήραν τον πατέρα μου σκλάβο για τον πλούσιο Τούρκο Αλί Πεκ και του άλλαξαν το όνομα σε Χασάν. Περί τα 500 αρμενάκια από διάφορα χωριά ήταν σκλάβοι του κοντά δυο χρόνια. Είχαν δώσει σε όλους τουρκικά ονόματα και τους απαγόρευαν να μιλάνε αρμενικά. Εκεί είχαν φέρει και την αδερφή τους, την Αλτούν. Την είχαν δεμένη στο στάβλο με τα ζώα και θα την λύνανε μόνο αν δεχόταν να πάει οικειοθελώς στο χαρέμι του Αλί Πεκ. Κάποια μέρα ένα από τα αρμενάκια, ο Βενιαμίν Ντεμιρτζιάν, της λέει να κάνει πως δέχεται τον Αλί Πεκ και της υπόσχεται πως αν σωθούν θα παντρευτούν. Είχαν ετοιμάσει σχέδιο! Εκείνο το βράδυ, ένα απ’ τα αγόρια σκότωσε τον Αλί Πεκ, που λίγο πριν πεθάνει φαίνεται να πρόλαβε να είπε: «Έτσι ξεπληρώνετε την καλοσύνη μου…».
Τότε λοιπόν, πολλά απ’ τα αρμενάκια κατάφεραν να αποδράσουν. Έτσι κι η Αλτούν κι ο Βενιαμίν Ντεμιρτζιάν, ο Μεσρόπ κι ο Ρουπέν. Στο δρόμο όμως χάνουν τον Ρουπέν (που αργότερα καταλήγει στην Ελλάδα, στον Κάλαμο, όπου μετονομάζεται Νίκος Κουπαλόγλου και ξαναμαθαίνουμε νέα του 31 χρόνια μετά, το 1948). Οι άλλοι καταφέρνουν να φτάσουν σε μια πόλη. Η Αλτούν με τον Βενιαμίν Ντεμιρτζιάν παίρνουν το δρόμο για την Αρμενία. Είχαν λογοδόσει σε συνθήκες σκλαβιάς, εκεί παντρεύτηκαν ελεύθεροι.
Ο Μεσρόπ μαθαίνει για το Τάγμα Αρμενίων Εθελοντών της Γαλλικής Λεγεώνας και δίχως δεύτερη σκέψη κατατάσσεται στο τάγμα με επικεφαλής τον Tζαν Σισμανιάν. Επί 5-6 χρόνια αγωνίστηκε στο μέτωπο κατά της Τουρκίας, κυρίως Παλαιστίνη -Μέση Ανατολή -Κιλικία. Είχε λοχαγούς τους αδερφούς Αράμ και Βαχάν Οβσεπιάν. Θυμάμαι που ο πατέρας μου γελώντας μας διηγιόταν το πώς γλίτωσε για ακόμη μια φορά το θάνατο. Ήταν ήδη τραυματισμένος στο κεφάλι, που ήταν δεμένο με γάζες. Χτύπησαν λοιπόν οι Τούρκοι με κανόνια το πλοίο που τους μετέφερε. Αυτό βούλιαξε, μα ο ίδιος βγήκε γρήγορα στην επιφάνεια. Οι συμπολεμιστές του αμέσως τον αναγνώρισαν από τις γάζες. Πανηγυρίζοντας φώναζαν: «Ο Μεσρόπ! Σώθηκε ο Μεσρόπ!».
Στην Παλαιστίνη κατέλαβαν ένα σημαντικό φυλάκιο (το Αράρα) και το κράτησαν καιρό. Στην Κιλικία, που ο πατέρας μου την ονόμαζε πάντα «Γιεργκίρ» -πατρίδα, χώρα-, έζησε τη μικρή νικηφόρα περίοδο της απελευθέρωσης, κάπου το 1918-21. Αυτό το κομμάτι γης της Κιλικίας άρχισε πάλι ν’ αποκτάει ζωή, καθημερινότητα από τους διασωθέντες Αρμένιους και χριστιανούς Ασσύριους. Ο πατέρας μου πίστευε πως η Κιλικία είναι όμορφη σαν τον παράδεισο. «Τραχτί μπες γιεργκίρ», μας έλεγε και συμπλήρωνε: «Μετά οι σύμμαχοί μας τα συμφώνησαν με τους Τούρκους και παρέδωσαν τα όπλα. Εμείς προσπαθήσαμε να κρατήσουμε τα κεκτημένα μας, τη δική μας γη, μα ...προδοθήκαμε. Για άλλη μια φορά η Κιλικία χάθηκε». (Οκτώβρης 1921- Συμφωνία της Άγκυρας μεταξύ Γάλλων και Κεμάλ Ατατούρκ. Ο Σισμανιάν και το Τάγμα των Αρμενίων Εθελοντών αρνήθηκαν να παραδώσουν τα όπλα. Οι σύμμαχοι τους συνέλαβαν, πέρασαν στρατοδικείο και τελικά φυλάκισαν τον Σισμανιάν, για ανυπακοή. Υπουργός Άμυνας- Πυρομαχικών των Άγγλων τότε ήταν ο Ουίστον Τσώρτσιλ ).
Ο Μεσρόπ πάει στην Αρμενία, στην αδερφή του Αλτούν και τον Βενιαμίν. Πιάνει δουλειά στην πυροσβεστική. Δεν ησύχαζε όμως η σκέψη του λεπτό. Σκεφτόταν τα αδέρφια του, κάτι μέσα του τού ‘λεγε πως ζουν κι ότι οφείλει να τους ψάξει. Ο Λένιν κι ο Στάλιν είχαν κλείσει τα σύνορα της Σοβιετικής Ένωσης . Το να τα διαβείς ήταν τρομερό κατόρθωμα. Αυτή η γεωγραφική απομόνωση δυσκόλεψε εμάς τους Αρμένιους να βρούμε τα χαμένα μέλη των οικογενειών μας. Παρόλ’ αυτά κατά το 1927, την περίοδο της «κολχοζοποίησης», ο νεαρός Μεσρόπ καταφέρνει με μεγάλη δυσκολία να φύγει από τη Σοβιετική τότε Αρμενία, με σκοπό να βρει τα αδέρφια του.
Γύρισε σχεδόν όλη την Ευρώπη και τα Βαλκάνια. Πάει στη Ρουμανία, τη Βουλγαρία, αλλά δεν τους βρίσκει. Έρχεται και στην Ελλάδα, μα πάλι τίποτα. Ήταν τόσο κοντά στον Ρουπέν, μα πώς να τον βρει με το νέο του όνομα, αφού δεν το ήξερε; Περνάει από Κύπρο και μετά στο Ιράκ, όπου όμως τον συλλαμβάνουν αμέσως στα σύνορα για παράνομη είσοδο και τον φυλακίζουν καιρό σ’ ένα απομονωμένο ύψωμα. Μετά τον απελαύνουν στην Περσία, όπου τον πιάνουν κι οι Πέρσες ως παράνομο πρόσφυγα και μαζί με άλλους ετοιμάζονται να τον εξορίσουν στην περσική έρημο. Στην έρημο αυτή κανένας δεν άντεχε πάνω από μια βδομάδα. Μόνο φίδια και σκορπιοί! Ο Μεσρόπ έμαθε πως αν κάποιος είναι ανάπηρος ή βαριά άρρωστος έπαιρνε χάρη. Έτσι αμέσως μόλις τον έπιασαν, έκανε τον βαριά άρρωστο και γλίτωσε από βέβαιο θάνατο στην έρημο.
Φτάνει στην πόλη Μαλαγέρ και πάει στη δούλεψη ενός αρμένιου εστιάτορα, το όνομα Αγκόπ. Μετά από κάποια χρόνια καταφέρνει και δημιουργεί το δικό του εστιατόριο. Γνωρίζει την Μαρούσια, χριστιανή Ασσύρια από το Σαλμάς. Και οι Ασσύριοι είχαν υποστεί τα δεινά τα δικά μας από τους Τούρκους. Εκδιώχθηκαν από την περιοχή Σαλμάς βορειοδυτικά της λίμνης Ούρμια, για το Κρασνοντάρ κι αυτοί μέσω Κασπίας Θάλασσας βρέθηκαν στην Περσία. Παντρεύτηκαν κι έτσι γεννήθηκα κι εγώ. Με ονόμασαν Μισάκ, όπως έλεγαν το μεγάλο αδερφό του πατέρα μου. Ήμουν πολύ μικρό παιδάκι, όμως θυμάμαι ότι στο εστιατόριό μας είχαμε υπέροχες τοιχογραφίες από το περσικό έπος Ρουστάμ Ζαλί του Φιρντουτσί, ενός υπερήρωα σαν τον Σασουντσί Ταβίτ... Ήταν στην ανατολική πλευρά της μεγάλης στρογγυλής πλατείας του Μαλαγέρ. Περνούσαμε καλά, είχαμε οικονομική άνεση, το εστιατόριο είχε καλή δουλειά.
Παρά το καλό μας βιοτικό επίπεδο, όταν το 1946 ή 47 ανοίγουν τα σοβιετικά σύνορα, φύγαμε οικογενειακώς για την Αρμενία, μείναμε στο χωριό Οσαγκάν, το χωριό του Μεσρόπ Μαστότς. Υποτίθεται ότι ο Στάλιν και οι Αρμένιοι θα έπαιρναν πίσω από τους Τούρκους το Καρς, το Αραράτ... Ο πατέρας μου ήταν έτοιμος να αγωνιστεί ξανά για την πατρίδα. Είχε, επιπλέον, πάντα στο νου του τα χαμένα του αδέρφια, μήπως τους έβρισκε εκεί, άσε που περιέγραφε την Αρμενία σαν παράδεισο: εύφορες πεδιάδες, πυκνά δάση, κρυστάλλινα νερά, πλούσια γη... (την Κιλικία εννοούσε!). Ήθελε, επίσης, τα παιδιά του να μάθουμε αρμενικά στο σχολείο, να μη μεγαλώσουμε σε μουσουλμανικό περιβάλλον, γιατί φοβόταν την άνοδο του ισλαμικού φανατισμού. Φτάσαμε στην μεταπολεμική Αρμενία. Φτώχεια, πείνα, ξεπούλημα ονείρων. Ούτε την ιστορική μας γη πήραμε πίσω, ούτε Κιλικία ήταν η Αρμενία! Με σκληρή δουλειά και μόχθο βγάζαμε το ξερό ψωμί που τρώγαμε. Ήμασταν και «αγπάρ», οι άλλοι Αρμένιοι, οι απ’ έξω. Τι να πεις; Η πείνα, η φτώχεια κι η αμάθεια δημιουργεί ρατσισμό.
Το 1948 ο Ρουπέν έρχεται από την Ελλάδα στην Αρμενία. Ήρθαν πολλοί αρμένιοι τότε από την Ελλάδα. Ήρθε και χτύπησε μια μέρα του χειμώνα τη πόρτα μας. Τα παιδιά ήμασταν εκείνη την ώρα μόνα στο σπίτι. «Ανοίξτε μου, μας λέει, είμαι ο αδερφός του Μεσρόπ, ο Ρουπέν». Οι γονείς μας μάς έλεγαν να μην ανοίγουμε σε ξένους και του είπαμε να περιμένει να γυρίσει ο πατέρας μας από τη δουλειά. Όταν γύρισε ο πατέρας, εξελίχθηκε μπροστά στα μάτια μας μια απίστευτη ιστορία, που δεν περιγράφεται! Στην αρχή ο πατέρας μου ήταν διστακτικός, μα όταν άρχισε να τον ρωτάει λεπτομέρειες από το μακρινό παρελθόν, ο Ρουπέν έλεγε πιο πολλές λεπτομέρειες... 31 χρόνια μετά τ’ αδέρφια αγκαλιάστηκαν. Όλοι κλαίγαμε στο σπίτι μα και στη γειτονιά από χαρά. Ήταν σαν θαύμα! Τότε μας είπε πως κάποτε, στον πόλεμο στην Ελλάδα συνάντησε τον Μισάκ με στρατιωτικά ρούχα, μόνο για λίγη ώρα, και μετά ξαναχάθηκαν. Από τότε κανείς μας δεν έμαθε νέα του Μισάκ ούτε και του Γεζεκέλ.
Ο θείος Ρουπέν είχε φτιάξει οικογένεια στον Κάλαμο Αττικής. Οικογένεια Κουπαλόγλου. Ακούει για το άνοιγμα των συνόρων της Αρμενίας μετά τον πόλεμο και ελπίζοντας να βρει τ’ αδέρφια του φτάνει στο Οσαγκάν. Αποκλείστηκε όμως εκεί και δεν κατάφερε να ξαναγυρίσει στην Ελλάδα, στη γυναίκα του και τα παιδιά του, διότι μετά τον ερχομό του ξανάκλεισαν τα σοβιετικά σύνορα. Από το 1948 έως το θάνατό του το 1964 αλληλογραφούσε με την οικογένειά του. Αργότερα, όταν γνωρίσαμε τη γυναίκα του, εκείνη μας είπε πως τότε η Ελλάδα ήταν διχασμένη, είχε εμφύλιο, κι ο ταχυδρόμος στο Κάλαμο κραδαίνοντας τα γράμματα του Ρουπέν φώναζε: «Γράμμα εκ κομμουνιστο-συμμοριτών»! Δεν φτάνει που είχε αποκλειστεί, χαρακτηρίστηκε και η οικογένειά του τα δύσκολα εκείνα χρόνια.
Ο πατέρας μου Μεσρόπ πέθανε το 1977 στο Οσαγκάν. Η γενοκτονία, η σφαγή και διάλυση της οικογένειάς του, ο χαμός της Κιλικίας και η προδοσία των αγώνων είναι αυτά, που σαν πληγή που δεν κλείνει, τον πονούσαν. Μας πονάνε κι εμάς, τόσα χρόνια μετά, κοντά αιώνα. Μα και η χαρά της συνάντησης των χαμένων αδερφών αμέτρητη.
Άραγε θα μάθουμε ποτέ τι έγιναν ο Μισάκ κι ο Γεζεκέλ; Υπάρχουν απόγονοί τους; Θα ησυχάσουμε μόνο όταν συμπληρωθούν τα κενά στην ανοιχτή διαθήκη-χρέος του Μεσρόπ Απελιάν-Κανανιάν προς εμάς.
(O Μεσρόπ Απελιάν ουδέποτε έλαβε ούτε και διεκδίκησε την ισόβια σύνταξη που δόθηκε από τη Γαλλία στους εθελοντές λεγεωνάριους).


Με λένε Χράτσια Μπακούντς...

Γεννήθηκα στην Αρμενία, στο Γερεβάν. Οι γονείς της μητέρας μου ήταν ο Βαχάν Νισανιάν κι η Τεφαρίκ Γκεοκτζιάν. Ο Βαχάν ήταν γιος του καλύτερου γιατρού της Κωνσταντινούπολης Νισάν Νισανιάν, που ήταν και προσωπικός γιατρός του μεγάλου σουλτάνου του Οθωμανικού κράτους. Όπως θα γνωρίζετε στις 24 Απριλίου 1915 κάλεσαν οι Οθωμανικές Αρχές πολλούς σπουδαίους Αρμένιους και αφού τους μετέφεραν προς άγνωστη κατεύθυνση, τους δολοφόνησαν όλους. Έτσι ξεκινά η γενοκτονία. Ανάμεσα τους ήταν ο προπάππους μου Νισάν Νισανιάν. Ο επιζών μικρός του γιος Βαχάν βρίσκει καταφύγιο στην Ελλάδα.
Να σας πω τώρα για τη γιαγιά μου Τεφαρίκ, που είχε γεννηθεί στο Σις της Κιλικίας το 1908. Ο παππούς της, Μοβσές ή Μιράν ήταν παπάς εκεί, στο Σουρπ Σαρκίς. Κατά τη διάρκεια των μεγάλων σφαγών απ’ την πολυμελή οικογένεια Γκεοκτζιάν επέζησαν 4 αδέρφια: ο Αράμ, η Τεφαρίκ, η Λουσία και η Γεπιμέ. Η Λουσία τότε χάθηκε, η Τεφαρίκ έχασε το ένα της μάτι, ενώ η Γεπιμέ τυφλώθηκε εντελώς -που παρά ταύτα, λένε πως έφτιαχνε υπέροχα εργόχειρα και ήταν ιδιαίτερα επιδέξια.
Ο νεαρός Αράμ κατατάσσεται στο Τάγμα Αρμενίων Εθελοντών της Γαλλικής Λε-γεώνας κι όταν το Τάγμα του απελευθερώνει την Κιλικία, βρίσκει τις δυο του αδερφές και επιστρέφουν στο πατρικό τους σπίτι. Για μεγάλη τους έκπληξη το βρίσκουν απείραχτο -τα περισσότερα σπίτια της πόλης ήταν λεηλατημένα και κατεστραμμένα. Επιβιώνουν όσο υποστηρίζονται από τους λεγεωνάριους, όμως, τον Οκτώβρη του 1921 οι Γάλλοι κι οι Άγγλοι υπογράφουν με τον Κεμάλ Ατατούρκ τη συμφωνία της Άγκυρας και έτσι απλά υποχωρούν1. Ήταν μια καθαρή προδοσία! Ο Αράμ βάζει τις αδερφές του στα πλοία διαφυγής και ο ίδιος μένει να αγωνιστεί, μα παρά την επιμονή των Αρμενίων, οι «σύμμαχοι» τους αναγκάζουν να παραδώσουν τα όπλα κι ο τόπος τους παραδίδεται στους Τούρκους2. Ο Αράμ με κάποιο γαλλικό πλοίο φτάνει στην Ελλάδα και βρίσκει τις δυο του αδερφές σε ένα ορφανοτροφείο. Λίγο αργότερα βρίσκουν και την Λουσία, που είχε διασωθεί από Άραβες και παραδοθεί σε αμερικανούς εθελοντές. Τα τέσσερα αδέρφια εγκαθίστανται στην Κοκκινιά.
Η Τεφαρίκ γνωρίζεται και παντρεύεται με τον Βαχάν Νισανιάν κι εδώ γεννιούνται τα δυο πρώτα τους παιδιά, ο Στεπάν και ο Νισάν. Σύντομα, το 1932 φεύγει το ζευγάρι με τα δυο παιδιά για την Αρμενία -ήταν ένα έκτακτο άνοιγμα των συνόρων της Σοβιετικής Ένωσης. Τα υπόλοιπα αδέρφια παραμένουν στην Κοκκινιά.
Τον θείο μου Αράμ Γκεοκτζιάν δεν τον γνώρισα, μα ξέρω πως ήταν ανιδιοτελής, γνήσιος σοσιαλιστής με ξεκάθαρη αντιφασιστική ιδεολογία. Είχε δώσει κατά την ένταξή του στη Αρμενική Λεγεώνα όρκο πίστης στην πατρίδα μέχρι την απελευθέρωση, αλλά κι όρκο αγαμίας ώστε να μείνει αδέσμευτος αγωνιστής. Όταν ήρθε στην Ελλάδα, ήταν πολύ ενεργός στην αρμενική κοινότητα. Έκανε επαφές και συναντήθηκε με τον Καλούστ Γκιουλμπενκιάν για να βοηθήσουν τα ορφανά και τους ανήμπορους. Για τη διατήρηση της διασποράς εξέδιδε τις πολιτικές και φιλολογικές καθημερινές εφημερίδες «Αραμάζτ» και «Βερατζνούντ», συνεργαζόταν όμως και με άλλες εφημερίδες (Σεβάν, Βερέλκ). Είχε μάλιστα πολύ φιλικές σχέσεις με έναν αρμένιο φοιτητή, τον Λεβόν Μπαλτζιάν, που είχε έρθει από την Ρουμανία να σπουδάσει φιλοσοφία και θεολογία στην Αθήνα. Ο Αράμ τον πείθει να γίνει κληρικός: «Χρειαζόμαστε φωτεινούς ανθρώπους σαν κι εσένα στην κεφαλή μας» του λέει. Πράγματι, ο Λεβόν χειροτονείται κληρικός στην εκκλησία Σουρπ Γκαραμπέτ στο Νέο Κόσμο, γυρίζει στη Ρουμανία και αργότερα το 1955 ανακηρύσσεται Καθολικός Πατριάρχης Βασκέν Α΄ στο Ετσμιατζίν της Αρμενίας έως το τέλος του το 1994.
Με τη κήρυξη του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου και την εισβολή των Ιταλών και Γερμανών στην Ελλάδα, ο Αράμ εντάσσεται στον ΕΑΜ. Οι αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης κηρύσσονται σύντομα παράνομοι και κάποια στιγμή το 1944, συλλαμβάνεται από τους Γερμανούς και τελικά δολοφονείται στο Χαϊδάρι. Μα οι σύντροφοί του τον κήδεψαν με κρυφές τιμές και πολλά χρόνια αργότερα μας επισκέφτηκαν στην Αρμενία, να μας παραδώσουν τα ρούχα, τα παπούτσια του και μια τσάντα με τις εφημερίδες που είχαν αναφορές για εκείνον (Νορ Γκιανκ). Ήταν σπουδαίος ο Αράμ. Όλα όσα τον αφορούν, μας ζητήθηκε και τα παραδώσαμε στο αρχείο του Μουσείου Αρμενικής Ιστορίας στο Ερεβάν.
Το 1946 η Γεπιμέ και η Λουσία φεύγουν με ένα ρωσικό πλοίο και φτάνουν στην Αρμενία, όπου βρίσκουν την αδερφή τους Τεφαρίκ σε νέες συμφορές. Τι είχε συμβεί; Αφού είχαν στήσει το σπιτικό τους στο Ερεβάν, γεννήθηκαν ακόμη δυο παιδιά: η μητέρα μου Μαρίτσα (1936) και ο Μιράν που πέθανε μόλις 10 χρονών. Ο Βαχάν βρίσκει και την αδερφή του, όμως, το Κόμμα (ΚΚΣΕ) τον πιέζει να γίνει μέλος. Γνώριζαν ότι είχε λάβει καλή μόρφωση στην περίφημη Σχολή Νερσεσιάν της Πόλης, θεωρείτο διανοούμενος κι οι Σταλινικοί ήθελαν ή να τους εντάξουν στο κόμμα ή να τελειώνουν με δαύτους. Ο παππούς μου αρνείται και έτσι το 1937 στο δρόμο για τη Σιβηρία δολοφονείται. Πρόσφατα έγινε μια δίκη στις ΗΠΑ για τις ασφάλειες ζωής που είχαν κάνει Αρμένιοι πριν το 1915. Βρέθηκαν όλα τα χαρτιά του προπάππου μου Νισάν Νισανιάν και έτσι λάβαμε το ποσό των 5.000 δολαρίων. Τα μοιραστήκαμε από 200 δολάρια οι απόγονοι κι αγοράσαμε μ’ αυτά ένα κοινό ενθύμιο στη μνήμη τους.
Μετά το θάνατο του Στάλιν (1953) επικρατούσε μια σχετική ελευθερία, έτσι το σπίτι μας είχε γίνει κέντρο καθημερινών συναντήσεων, κυρίως διανοουμένων και καλλιτεχνών. Η Μαρίτσα το 1968 παντρεύτηκε με τον Σερόπ Μπακούντς, που ήταν εγγονός του αδερφού του συγγραφέα Αξέλ Μπακούντς -κι αυτός δολοφονημένος από το σταλινικό καθεστώς. Εγώ γεννήθηκα το ‘69, ήμουν μοναχογιός και ο χαϊδεμένος της γιαγιάς μου. Το 1973 θαρρώ, είχε έρθει επίσκεψη στην Αρμενία ο Καλούστ Γκιουλμπενκιάν. Ζήτησε πληροφορίες για τους Γκεοκτζιάν κι όταν ήρθε στο σπίτι μας, μίλησαν με τη γιαγιά μου για τον αδικοχαμένο Αράμ. Ήμουν μικρό παιδάκι, μα θυμάμαι έντονα τις σκηνές συγκίνησης που εκτυλίχθηκαν. Θυμάμαι, επίσης, την Τεφαρίκ γιαγιά στα τελευταία της, το ‘81, όταν την ρωτούσαν: «Τι επιθυμείς μάνα, τι θέλεις να σου φέρουμε;», έλεγε: «Μια χούφτα από το γλυκό νερό του Σις, να ξεδιψάσω…».




Οι γυναίκες με τα τατουάζ

Τις μέρες της Γενοκτονίας του 1915, πολλές Αρμένισσες απαγάγονταν από τα καραβάνια της εξορίας, από τούρκους στρατιώτες και κουρδικές συμμορίες. Με σκοπό να σώσουν τις ζωές τους και τις ζωές των αγαπημένων τους, αναγκάζονταν να ασπαστούν το Ισλάμ, να παντρευτούν μουσουλμάνους και σύμφωνα με τις τοπικές φυλετικές παραδόσεις να σημαδευτούν με συγκεκριμένα τατουάζ. Με το πέρασμα του χρόνου πολλές από αυτές ξέχασαν την αρμενική τους ταυτότητα και τη μητρική τους γλώσσα.
Τα τατουάζ χρησιμοποιούνταν ευρέως σαν φυλακτά στη Μέση Ανατολή και τις ισλαμικές χώρες, ενώ όσοι τα είχαν στο σώμα τους πίστευαν ότι κάποια συγκεκριμένα σχέδια τους έδιναν μαγικές δυνάμεις. Τα πιο διαδεδομένα ήταν οι κουκκίδες και τα μικρά “x” και εθεωρείτο ότι παρείχαν προστασία, δύναμη και γονιμότητα. Τα νέα αυτά διακριτικά σημάδια φανέρωναν την υποδούλωση και καταδείκνυαν την αλλαγή που είχε συντελεστεί στη ζωή των αιχμάλωτων γυναικών.
Μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου, πολλές αρμενικές οργανώσεις και ξένοι ιεραπόστολοι βοήθησαν στην απελευθέρωση αρμενίων γυναικών και παιδιών από τους απαγωγείς τους. Αποστολές σωτηρίας, που πολλές φορές μετατράπηκαν σε ριψοκίνδυνες επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακας.
Ανάμεσά τους ήταν και η δανέζα ιεραπόστολος Κάρεν Γέπε, που με τη συνδρομή κάποιων αράβων φυλάρχων, μέχρι το 1928 κατάφερε να σώσει 2.000 περίπου γυναικόπαιδα από τη μουσουλμανική αιχμαλωσία.
Με την αμέριστη συμπαράσταση του υιοθετημένου της γιου Μισάκ, την οικονομική συνδρομή της Κοινωνίας των Εθνών και διεθνών οργανισμών για τα δικαιώματα της γυναίκας, η Κάρεν Γέπε κατάφερε να απελευθερώσει πολλές αρμένισσες ομήρους και να τις φυγαδεύσει σε ασφαλή ιδρύματα σωτηρίας. Κάποιες φορές, μάλιστα, εξαγόραζε τις γυναίκες από τους άραβες «ιδιοκτήτες» τους.
Ένα από τα εμπόδια που αντιμετώπισε συχνά απελευθερώνοντας τις αιχμάλωτες γυναίκες ήταν τα τατουάζ που είχαν πολλές από αυτές στο πρόσωπο, για να διακρίνεται σε ποια φυλή ανήκουν.Η ίδια σε μία από τις αναφορές της στην Κοινωνία των Εθνών έγραφε:
 «Οι ψυχολογικές συνέπειες του σημαδέματος των γυναικών είναι συχνά πολύ οδυνηρές. Οι δύσμοιρες αυτές γυναίκες νιώθουν ότι έχουν σημαδευτεί στο πρόσωπο για πάντα. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που πολλές διστάζουν να γυρίσουν στα σπίτια τους. Απλώς, δεν τολμούν να παρουσιαστούν έτσι μπροστά στους συμπατριώτες τους».
Με μεγάλο κουράγιο και απαράμιλλο θάρρος η μεγάλη αυτή φιλάνθρωπος και φίλη των Αρμενίων, που κατά τη διάρκεια της Γενοκτονίας φιλοξενούσε πρόσφυγες στο υπόγειό της και παρείχε βασικές προμήθειες στα καραβάνια της εξορίας, βοήθησε να εγκατασταθούν οι απελευθερωμένες γυναίκες στο Χαλέπι και να ορθοποδήσουν. Συνέβαλε στη δημιουργία νηπιαγωγείων, ιατρείων και στην απασχόληση αυτών των γυναικών με την παραγωγή παραδοσιακών αρμενικών κεντημάτων. Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, η αρμενική κοινότητα στο Χαλέπι τίμησε την Κάρεν Γέπε για το έργο της δίνοντας το όνομά της σε σχολείο της παροικίας.
Πολλές εθελόντριες πλήρωσαν ακόμα και με τη ζωή τους για την ανάμειξή τους σε αυτές τις αποστολές σωτηρίας, όπως και πολλές Αρμένισσες που εκτελέστηκαν εν ψυχρώ, ενώ προσπαθούσαν να αποδράσουν.




Τα ορφανά της μεγάλης σφαγής του 1915

Υπάρχει μία απόδειξη σε κάποιο ορφανοτροφείο της Βηρυτού πως η σφαγή ενάμισυ εκατομμυρίου Αρμενίων είναι Γενοκτονία. Είναι ένας μικρός τάφος, τετράγωνη τσιμεντένια μαρκίζα, όπου φυτρώνουν κίτρινα άγρια κρινάκια. Από κάτω είναι ακόμη θαμμένα τα οστά 300 παιδιών που πέθαναν από χολέρα και ασιτία στις εγκαταστάσεις ενός ορφανοτροφείου στις παρυφές της Βηρυτού. Ήταν ορφανά που οι Τούρκοι προσπαθούσαν να τα εξισλαμίσουν στο ορφανοτροφείο, παιδιά Αρμενίων που εξοντώθηκαν στη μεγάλη σφαγή του 1915.
Πρόκειται για τη σχεδόν άγνωστη ιστορία 1.200 παιδιών ηλικίας 3-15 ετών που επέζησαν, μια ιστορία που αποδεικνύει ότι πράγματι οι Τούρκοι διέπραξαν Γενοκτονία το 1915. Είναι μια απίστευτη ιστορία βαρβαρότητας με θύματα αθώα και απροστάτευτα παιδιά που είχαν χάσει τις οικογένειές τους, θύματα των τουρκικών δυνάμεων στη μεγάλη σφαγή, στο αποκορύφωμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Πολλά από τα παιδιά αυτά είχαν φτάσει στο σημείο να φάνε τις σάρκες νεκρών συμμαθητών τους για να μην πεθάνουν από την πείνα.
Ο Τζεμάλ Πασάς, ένας από τους πρωτεργάτες της γενοκτονίας του 1915 και η πρώτη φεμινίστρια της Τουρκίας, η Χαλιντέ Εντίπ Αντιβάρ, συνέβαλαν στη λειτουργία αυτού του ορφανοτροφείου της φρίκης, όπου τα παιδιά εξαναγκάζονταν να απαρνηθούν την αρμενική τους ταυτότητα. Τους έδιναν ονόματα τουρκικά και τα ανάγκαζαν ν' ασπασθούν το Ισλάμ. Όταν εκείνα τολμούσαν να μιλήσουν στα αρμενικά, τα έδερναν αλύπητα.

 Η μαρτυρία της Χαλιντέ Εντίπ Αντιβάρ

Η Χαλιντέ Εντίπ Αντιβάρ υπηρέτησε  ως αξιωματικός στο στρατό του Κεμάλ Ατατούρκ. Στα απομνημονεύματά της, που εκδόθηκαν στη Νέα Υόρκη το 1926, γράφει ότι ο Τζεμάλ Πασάς ήταν διοικητής της 4ης Τουρκικής Στρατιάς στη Δαμασκό και είχε επισκεφθεί μαζί της το ορφανοτροφείο της Βηρυτού. Γράφει:
«Του είπα: Εσύ ήσουν καλός με τους Αρμενίους, όσο αυτό είναι δυνατόν αυτές τις δύσκολες ημέρες. Γιατί επιτρέπεις σε αρμενόπουλα να έχουν ονόματα μουσουλμανικά; Είναι σαν να θέλεις να κάνεις τους Αρμένιους μουσουλμάνους και γι΄ αυτό κάποια ημέρα η Ιστορία θα πάρει εκδίκηση που θα την πληρώσουν οι επόμενες γενεές των Τούρκων. χΕίσαι ιδεαλίστρια, μου απάντησε, χκαι σαν ιδεαλίστρια δεν έχεις συναίσθηση της πραγματικότητας. Αυτό είναι ορφανοτροφείο μουσουλμανικό και μόνον μουσουλμανάκια ορφανά γίνονται δεκτά».
Η Χαλιντέ Εντίπ Αντιβάρ περιγράφει την οργή του πρωτεργάτη της Γενοκτονίας Ταλαάτ Πασά, όταν του έκανε μια ερώτηση για τις «εκτοπίσεις» των Αρμενίων ,όπως τις αναφέρει:
«Άκου να σου πω, Χαλιντέ, έχω κι εγώ καλή καρδιά σαν τη δική σου και πολλές νύχτες με κρατάει ξάγρυπνο ο ανθρώπινος πόνος. Αυτό όμως είναι προσωπική υπόθεση και εγώ σε τούτο τον κόσμο βρέθηκα για να φροντίζω τον λαό μου και όχι τις ευαισθησίες μου. Ηταν ίσος ο αριθμός των Τούρκων και των μουσουλμάνων που εξοντώθηκαν στον Βαλκανικό Πόλεμο (1912) αλλά ο κόσμος τήρησε εγκληματική σιωπή. Έχω την πεποίθηση ότι οσάκις ένα έθνος κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων του και επιτυγχάνει τον σκοπό του, ο κόσμος το θαυμάζει και το θεωρεί ηθικό. Είμαι έτοιμος να πεθάνω για ό,τι έχω κάνει και ξέρω ότι θα πεθάνω γι΄ αυτό».

Τα θαμμένα λείψανα των νεκρών μαθητών του ορφανοτροφείου ανακαλύφθηκαν το 1993, όταν οι Λαζαριστές μοναχοί έσκαψαν τα θεμέλια για νέες αίθουσες διδασκαλίας. Τα οστά μεταφέρθηκαν στο μικρό νεκροταφείο των μοναχών σε έναν ομαδικό τάφο.

Το άρθρο 2 της Συνθήκης του ΟΗΕ του 1951 για την Πρόληψη και την Τιμωρία του Εγκλήματος της Γενοκτονίας αναφέρει ότι στον όρο «γενοκτονία» εντάσσεται και η δια της βίας ένταξη παιδιών που ανήκουν σε ομάδα κάποιας εθνότητας, φυλής ή θρησκείας σε ομάδα διαφορετική. Αυτό ακριβώς έκαναν οι Τούρκοι στο Λίβανο. Υπάρχουν ακόμη φωτογραφίες που δείχνουν εκατοντάδες σχεδόν γυμνά αρμενόπουλα να κάνουν γυμναστική στο προαύλιο του σχολείου. Σε μια εμφανίζεται ο ίδιος ο Τζεμάλ Πασάς το 1916 εν μέσω πλειάδας μαθητών, δίπλα στην όμορφη Χαλιντέ Εντίπ Αντιβάρ, η οποία έπειτα από κάποιους δισταγμούς είχε δεχτεί να διευθύνει το ορφανοτροφείο.

Το 1989, λίγο πριν από τον θάνατό του, ο Καρνίνγκ Πανιάν διηγήθηκε στα αρμενικά τη ζωή του στο ορφανοτροφείο αυτό, όπου είχε βρεθεί το 1916 σε ηλικία 6 ετών. Εκεί του άλλαξαν το όνομα και του έδωσαν τον αριθμό 551 για ταυτότητα:

«Κάθε απόγευμα υπό το βλέμμα 1.000 ορφανών γινόταν η υποστολή της σημαίας. Τραγουδούσαμε ζήτω ο στρατηγός πασάς και μετά ερχόταν η ώρα της τιμωρίας για όσους είχαν παρεκτραπεί εκείνη την ημέρα, στους οποίους έκαναν φάλαγγα. Οι σκληρότερες τιμωρίες ήταν για αυτούς που τους είχαν πιάσει να μιλούν την αρμενική γλώσσα».



Το Μαύρο Βιβλίο του Ταλαάτ πασά



Προς την Νομαρχία Χαλεπίου

Σύμφωνα με προγενέστερη κοινοποίηση η κυβέρνηση έχει αποφασίσει την ολοσχερή εξόντωση των διαβιούντων στη Χώρα Αρμενίων. Πας όστις ήθελε αντιταχθεί στη διαταγή αυτή δεν μπορεί πλέον ν΄ αποτελεί μέρος της διοίκησης. Άνευ ουδεμίας διάκρισης για τις γυναίκες, τα παιδιά και τους αναπήρους, οσονδήποτε τραγικά κι αν είναι τα μέσα εξόντωσης και αφού καταπνιγεί η φωνή της συνειδήσεως πρέπει να τεθεί τέρμα στην ύπαρξή τους. 


13 Σεπτεμβρίου 1915
Ο Υπουργός Εσωτερικών
Μ. Ταλαάτ
5


Στα τέλη του 2008 εκδόθηκε ένα χειρόγραφο Μαύρο Βιβλίο, που ανήκε στον Ταλαάτ Πασά6, τον υπουργό Εσωτερικών της Οθωμανικής κυβέρνησης το 1915. Είναι ίσως το μοναδικό και σημαντικότερο ντοκουμέντο που περιγράφει την εξολόθρευση των Αρμενίων την περίοδο 1915-17. Ένα σημαντικό τμήμα των 77 σελίδων του αφορά τις εκτοπίσεις των Αρμενίων την περίοδο αυτή.
Το βιβλίο και το περιεχόμενό του δεν αποκαλύφθηκαν ποτέ όσο ο Ταλαάτ ήταν στη ζωή, αλλά ούτε και στ’ απομνημονεύματά του, που εκδόθηκαν μετά το θάνατό του το 1921. Μετά την εκτέλεσή του το 1921, η χήρα του είχε κρατήσει το βιβλίο και το παρέδωσε στον τούρκο ιστορικό Μουράτ Μπαρντακτσί, το 1982. Αυτός δημοσίευσε κάποια τμήματά του στη «Χουριέτ» το 2005, ολόκληρο το βιβλίο όμως εκδόθηκε το 2008.
Σύγχρονοι Τούρκοι διανοούμενοι έχουν υποστηρίξει ότι οι εκτοπίσεις των Αρμενίων το 1915 δεν ήταν μέρος ενός σχεδίου Γενοκτονίας, αλλά μια οργανωμένη μεταφορά κι επανεγκατάσταση πληθυσμών. Μόνο που δεν έχουν καταφέρει να μας παρουσιάσουν κάποιο βάσιμο στοιχείο για το τι συνέβη στους εκτοπισθέντες. Οι πληροφορίες που δίνει ο Ταλαάτ, έρχονται σε αντίθεση με την επίσημη τουρκική θέση, ότι οι εκτοπισμοί ήταν οργανωμένοι, γίνονταν με τάξη και ρυθμίζονταν από τους νόμους και τους κανονισμούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ή ότι οι εκτοπισθέντες εγκαταστάθηκαν επιτυχώς στο Ντερ-Ζορ. Είναι γενικά αποδεκτό ότι εκατοντάδες χιλιάδες εκτοπισθέντων στάλθηκαν σ’ αυτή την έρημο την περίοδο 1915-16, καθώς ήταν η κύρια ζώνη μετεγκατάστασης σύμφωνα με τα οθωμανικά διατάγματα.
Οι οθωμανικές πηγές παρέχουν λίγη πληροφόρηση για το τι συνέβη σε αυτούς τους εκτοπισθέντες. Αναφορές επιζώντων, καθώς και μη τουρκικές πηγές (όπως τα αρχεία των Η.Π.Α.) μαρτυρούν ότι η πλειοψηφία των εκτοπισθέντων στην περιοχή του Ντερ-Ζορ πέθαναν από την εξάντληση και τις κακουχίες. Είναι επίσης ενδιαφέρον ότι το Μαύρο Βιβλίο του Ταλαάτ φέρει τον αριθμό των Αρμενίων που ζούσαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία να είναι πολύ μεγαλύτερος από ότι νομίζαμε βασιζόμενοι σε επίσημες πηγές.
Τα στοιχεία του Ταλαάτ επιβεβαιώνουν ότι οι περισσότεροι Αρμένιοι που ζούσαν έξω από την Κωνσταντινούπολη πράγματι εκτοπίστηκαν και οι περισσότεροι από αυτούς είχαν εξαφανιστεί ως το 1917. Κατά προσέγγιση, 90 τοις εκατό των Αρμενίων που ζούσαν στις επαρχίες εκτοπίστηκαν, και το 90 τοις εκατό όσων εκτοπίστηκαν σκοτώθηκαν. Σε κάποιες επαρχίες αγνοούνταν η τύχη του 95 τοις εκατό του πληθυσμού, και οι αριθμοί αυτοί φανερώνουν ότι ο εκτοπισμός ισοδυναμούσε με θανατική καταδίκη, αλλά επιβεβαιώνουν επίσης τις αναφορές των αμερικανικών προξενικών αρχών, που έλεγαν τα ίδια, ιδιαίτερα όσον αφορά αυτούς που εκτοπίστηκαν από τις ανατολικές επαρχίες.
Η σημασία του Μαύρου Βιβλίου έγκειται στη σημαίνουσα θέση που κατείχε ο συγγραφέας του, στο γεγονός ότι η πηγή των στοιχείων του είναι τα οθωμανικά αρχεία, όπου οι ιστορικοί στην Τουρκία δεν έχουν πια πρόσβαση και στα πραγματικά στοιχεία που δίνει για τις εκτοπίσεις των Αρμενίων.
Θα μπορούσαμε να πούμε, ότι τα στοιχεία που δημοσιεύονται στο βιβλίο αυτό φωτίζουν τη γενοκτονία των Αρμενίων όπως την είδε το Οθωμανικό κράτος.


Σημειώσεις

1 Αρμενικό Ζήτημα ονόμασαν οι διπλωματικοί και δημοσιογραφικοί κύκλοι το πρόβλημα της μεταχείρισης των Αρμενίων και της αυτονομίας τους, που αναδύθηκε στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, απο τους Αρμένιους που ζούσαν στην παρακμάζουσα Οθωμανική αυτοκρατορία. Οι σαρωτικές αλλαγές που από την αρχή σχεδόν του 19ου αιώνα έλαβαν χώρα στην Οθωμανική αυτοκρατορία και οι πόλεμοι της με τη Ρωσία, έδωσαν και στους Αρμένιους, μετά τους Έλληνες, τους Σέρβους, τους Βούλγαρους, τη δυνατότητα να διεκδικήσουν και αυτοί, κατ'αρχήν καλύτερη (ισόνομη) μεταχείριση μέσα στην Οθωμανική αυτοκρατορία και αργότερα και την ανεξαρτησία τους.

Οι πρώτες αρμενικές επαναστατικές οργανώσεις που δημιουργήθηκαν απο το 1880 και μετά, καθώς και οι μορφωμένοι Αρμένιοι της διασποράς, οργάνωσαν και διεθνοποίησαν τον αγώνα των Αρμενίων για καλύτερες συνθήκες ζωής, έστρεψαν τα φώτα της δημοσιότητας στους Αρμένιους πληθυσμούς που υφίσταντο όλων των ειδών τις κακοποιήσεις απο τους Τούρκους, και σύντομα έστρεψαν τη δυτική κοινή γνώμη υπέρ τους. Η Τουρκία άρχισε να πιέζεται απο τις δυτικές δυνάμεις να αλλάξει συμπεριφορά απέναντι των Αρμενίων και μάλιστα, να τους αναγνωρίσει αρκετές αυτονομίες και τη δυνατότητα διαχείρισης των υποθέσεων τους.
Η Τουρκία απάντησε με σφαγές μεγάλης έκτασης, οι πιο γνωστές των οποίων ήταν οι λεγόμενες σφαγές του σουλτάνου Αμπντουλ-Χαμίτ και φυσικά, η προσπάθεια εξόντωσης των Αρμενίων, (γενοκτονία ) κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου πολέμου απο τους Νεότουρκους.
Wikipedia, Αρμενικό ζήτημα

2  Οβαννές Γαραζιάν,  ''Η επιχείρηση “Μπανκ Οτομάν” οι Αρμένιοι πρόσφυγες στην Αθήνα και ο Ελληνικός Τύπος της εποχής '', περιοδικό ''αρμενικά''. Πλήρες κείμενο και πηγές εποχής


3 H Νουνιά Γεραμιάν, σημειώνει στο περιοδικό ''αρμενικά'' Ιανουάριος - Μάρτιος 2014 Τεύχος 80:
''  Ο επίλογος της ιστορίας δυστυχώς ήταν θλιβερός, διότι ο Μανούκ Τζαρουγκιάν δεν επέζησε. Είτε διότι το γράμμα έφθασε αργά στα χέρια του αδελφού του Μπογός, είτε διότι τα χρήματα δεν έφθασαν εγκαίρως στον προορισμό τους. Δεν πρέπει να ξεχνάμε τη χρονική περίοδο κατά την οποία οι κάθε μορφής επικοινωνίες ήταν εξαιρετικά δύσκολες. Σύμφωνα με τις αφηγήσεις της οικογένειας, όταν τα πράγματα κάπως ηρέμησαν, ο Μπογός Τζαρουγκιάν ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη προς αναζήτηση του αδελφού του και των οικογενειών τους, αλλά δυστυχώς πληροφορήθηκε οριστικά για την απώλειά τους.
Θέλω να ευχαριστήσω την οικογένεια Τζαρουγκιάν η οποία επέτρεψε τη δημοσίευση αυτής της συγκλονιστικής επιστολής, όπως και την κυρία Μάρω Κιουρκτζιάν για την πολύτιμη βοήθειά της στη μετάφραση καθώς και για τις επισημάνσεις της όπως π.χ. ότι η επιστολή έχει μάλλον γραφεί καθ’ υπαγόρευση, διότι είναι εμφανής η διαφορά μεταξύ του γραφικού χαρακτήρα του κειμένου συγκριτικά με την υπογραφή του αποστολέα. Αναμφίβολα πρόκειται για ένα έγγραφο άξιο μελέτης από τους ειδικούς.''


4 Γκαμάχ. Το χωριό Γκαμάχ (ή Γκεμάχ) βρίσκεται 8 χλμ. έξω από την πόλη Παγές της επαρχίας Μπιτλίς. Υπέστη καταστροφές λόγω των σφαγών του 1895, επί σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ. Κατά την περίοδο της Γενοκτονίας του 1915, το χωριό αριθμούσε 45 σπίτια και 260 Αρμενίους κατοίκους, οπότε και καταστράφηκε ολοσχερώς. Σήμερα στην περιοχή ζουν 463 κάτοικοι, όλοι τους Κούρδοι.

Μία από τις πολλές μαρτυρίες της οργανωμένης εκείνης εξολόθρευσης είναι αυτή η διαταγή του Ταλαάτ ως υπουργού Εσωτερικών προς τη νομαρχία Χαλεπίου, που βρέθηκε στο Χαλέπι το 1918, μετά την ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπου κατά το πιθανότερο παρόμοιες πρέπει να εστάλησαν και σε άλλες νομαρχίες, αν όχι σ΄ όλες

Στρατιωτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, Έκδοση ΓΕΣ/1980, σελ.138

6 Ο Μεχμέτ Ταλαάτ πασάς (1874-1921) ήταν Τούρκος πολιτικός, που μαζί με τους Εμβέρ και Τζεμάλ αποτελούσε την τριανδρία του τουρκικού κομιτάτου "Ένωση και Πρόοδος" των Νεότουρκων από την επικράτησή τους το 1908 μέχρι την τουρκική ήττα του 1918.
Γεννήθηκε στην Αδριανούπολη το 1874, που τελούσε ακόμα υπό Οθωμανική Αυτοκρατορία και ήταν γιος κατώτερου Οθωμανού αξιωματούχου. Αρχικά προσλήφθηκε από την τηλεγραφική εταιρεία στην Αδριανούπολη πλην όμως το 1893 συνελήφθη για ανατρεπτική δράση. Μετά την από δύο ετών αποφυλάκισή του διορίστηκε γενικός γραμματέας των οθωμανικών ταχυδρομείων στη Θεσσαλονίκη όπου και εντάχθηκε από τους πρώτους στο κίνημα των Νεότουρκων, το 1908, με συνέπεια το ίδιο έτος να απολυθεί από την υπηρεσία του. Στη συνέχεια ανέλαβε μέλος της Επιτροπής για την Ένωση και Πρόοδο (ΕΕΠ), που αποτελούσε τον συνωμοτικό πυρήνα του κινήματος.
Αργότερα με την επικράτηση των Νεότουρκων εκπροσωπώντας την γενέτειρά του στο οθωμανικό κοινοβούλιο ανέλαβε Υπουργός Εσωτερικών (1913-1917), υπουργός Ταχυδρομείων, και γενικός γραμματέας της ΕΕΠ.
Πριν το ξέσπασμα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου,  ο Ταλαάτ υποστήριζε τις δυνάμεις της Αντάντ. Με την έναρξη όμως του πολέμου η Οθωμανική Αυτοκρατορία τάχθηκε στο πλευρό των κεντρικών δυνάμεων κατά την τότε επιθυμία όπως αποδείχθηκε του υπουργού Στρατιωτικών Εμβέρ Πασά. Τότε ως υπουργός Εσωτερικών ο Ταλαάτ ανέλαβε την ευθύνη για τον εκτοπισμό των μειονοτήτων και κυρίως Αρμενίων και Ελλήνων.
Το 1917 ανέλαβε Μέγας Βεζίρης (1917-1918), θέση από την οποία και παραιτήθηκε στις 14 Οκτωβρίου 1918, λίγο πριν τη συνθηκολόγηση
Διακρινόταν για την οξύνοια, την τόλμη αλλά και την απίστευτη σκληρότητά του, πρωτοστατώντας στα υπό των Γερμανών οργανωτών του οθωμανικού στρατού υποδειχθέντα σχέδια εκτοπισμού κάθε ελληνογενούς στοιχείου από τη Θράκη, τα παράλια της Μικράς Ασίας και του Πόντου. Ήταν ο κύριος υποκινητής και πρωταγωνιστής της διπλής Γενοκτονίας αρχικά των Αρμενίων και στη συνέχεια των Χριστιανών Ελληνογενών, (παρότι επίσημα ήταν Οθωμανοί υπήκοοι), με σφαγές και εκτοπισμούς κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου που υλοποιήθηκαν με δική του εντολή από την Άνοιξη του 1914 μέχρι το 1918.
Εκτελέστηκε από τον επιζήσαντα Σο­γο­μόν Τε­χλιριάν στο Βε­ρο­λί­νο στις 15 Μαρ­τί­ου του 1921.

Συνεχίζεται....


Πηγές - Βιβλιογραφία

- Περιοδικό ''αρμενικά''
- Αρμενική  Εθνική Επιτροπή Ελλάδος
- The Armenian Genocide Museum- Institute, National Academy of Sciences of  the Republic of Armenia
- Vahakn N. Dadrian, Les enfants victimes de génocide : le cas arménien
- Robert Fisk: Living proof of the Armenian genocide, Independent
- Αrmenian Genocide 100 gr
-  Milwaukee Armenian Community
- Bibliothèque nationale de France, The Massacres in Constantinople: Attack on an Armenian House’, Review of Reviews, October 1896

- Σύλλογος Ποντίων ''Αμάραντος'', Wernau
- Θεοφάνης Μαλκίδης, Η Γενοκτονία ως Εθνικό Ζήτημα
-  Θεοφάνης Μαλκίδης, Η απόδειξη για την Αρμενική Γενοκτονία
- Iωάννη K. Xασιώτη, H Γενοκτονία των Aρμενίων. H τραγωδία του αρμενικού έθνους και η κοινή του μοίρα με τον Eλληνισμό της Mικράς Aσίας
- Η Γενοκτονία του 1915, Τα πάθη των Αρμενίων, Ελευθεροτυπία-Ιστορικά, 27 Απριλίου 2000.
- Ταλαάτ Πασάς, Wikipedia

-Thomas De Waal, Great Catastrophe, Armenians and Turks in the Shadow of Genocide, Oxford University Press, 2015.
- Ronald Grigor Suny, They Can Live in the Desert but Nowhere Else, A History of the Armenian Genocide,Princeton University Press, 2015.


- 24 avril 1915, premier jour d’un génocide, Gaïdz Minassian, Le Monde, 23 Avril 2015


Βιβλία

- Ζαν Πιέρ Αλέμ, Η ΑΡΜΕΝΙΑ Μετάφραση: Οχανές-Σαρκίς Αγαμπατιάν 1973
- Μπεντρός Ζομπιάν, Ταξίδι στην Ανατολία με τον Ουίλλιαμ Σαρογιαν, Μετάφραση Οχανές-Σαρκίς Αγαμπατιάν 2005

- Βαχάκν Νταντριάν, Η Ιστορία της Αρμενικής Γενοκτονίας Μετάφραση: Οχανές-Σαρκίς Αγαμπατιάν 2002

- Τσαλαμπιάν Αντρανίκ, Ο Στρατηγός Αντρανίκ και το Αρμενικό Επαναστατικό Κίνημα
Κέντρο Ελληνο-Αρμενικών Μελετών, Αθήνα 2005

- Φίλιπ Μάρσντεν, Αναζητώντας τους Αρμενίους σε Βαλκάνια, Μέση Ανατολή και Καύκασο
Μετάφραση: Οχανές-Σαρκίς Αγαμπατιάν 1999
- Jacques Derogy Operation Némésis: Les vengeurs arméniens
- Επιχείρηση  Νέμεσις, Μετάφραση: Οχανές-Σαρκίς Αγαμπατιάν
- Αναΐντ Τερ Μινασιάν, Η Δημοκρατία της Αρμενίας, Μετάφραση: Οχανές-Σαρκίς Αγαμπατιάν 1997

- Αρσαβίρ Σιρακιάν,ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΤΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ-Ο Τιμωρός, Μετάφραση: Οχανές-Σαρκίς Αγαμπατιάν 1990

- Οχανές-Σαρκίς Αγαμπατιάν, ΑΡΜΕΝΙΑ, Αναδρομή στην Ιστορία του Αρμενικού Έθνους 2003
- Οχανές-Σαρκίς Αγαμπατιάν,Η Αρμενία και το Αρμενικό Ζήτημα (1975, β΄ έκδοση 1988)

- Paolo Cossi- J.-B. Djian & Jan Varoujan «Επιχείρηση Νέμεσις-Ειδική Αποστολή (Χαντούκ Κορτζ)»Έκδοση του περιοδικού Αρμενικά, 2015
- Alt Aliye (Αλτ Αλιγιέ), Οι Αρμένιοι του Χεμσίν, Μετάφραση Ανδρεάδης Γεώργιος, Εκδόσεις Ερωδιός, Θεσσαλονίκη 2001.

- Ζιλμπέρ Σινουέ , Ερεβάν, Μια κραυγή για την Αρμενία,  Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 2011
- Μουστιάν Μαρκ, Παιχνίδια της ζωής και της μνήμης, Εκδόσεις Ωκεανίδα, Αθήνα 2010.
- Ντεϋρόλ Τεοφίλ, Ταξίδι στον Πόντο και στην Αρμενία, Εκδόσεις Τροχαλία, Αθήνα 2010.
- Γιαλτσίν Κεμάλ, Για σένα η καρδιά μου χτυπά, Εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα 2010.
- Καμπουριάν Αρουτιούν, «Αιχμάλωτος μνήμης», Εκδόσεις Τσουκάτου, Αθήνα 2008.
- Ακτσαμ Τανέρ, Μια επαίσχυντη πράξη, Η Γενοκτονία των Αρμενίων και το ζήτημα της τουρκικής ευθύνης, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2007.
- Ρεντγκέιτ Α.Ε., Οι Αρμένιοι, Εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα 2006.
- Zομπιάν Μπεντρός, Ταξίδι στο Μπιτλίς με τον Ουίλλιαμ Σαρογιάν, Εκδόσεις Στοχαστής.Αθήνα 2005.

- Αρσλαν Αντόνια, Το Σπίτι με τους Κορυδαλλούς Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 2005.
- Χασιώτης Ιωάννης, Οι Αρμένιοι της Ελλάδας : Ιστορία, Οργάνωση, Ιδεολογία, Κοινωνική Ενσωμάτωση, Εκδόσεις Τροχαλία, Αθήνα 1995.

- Τόυμπη Άρνολντ, Οι φρικαλεότητες κατά των Αρμενίων : Η δολοφονία ενός έθνους, Αρμενικοί Ορίζοντες, Αθήνα 1995.

- Παγτζιλόγλου Μίλτος, Η Γενοκτονία των Ελλήνων και των Αρμενίων της Μικράς Ασίας, Αθήνα 1988.
Μια ιστορική μελέτη για τα γεγονότα της αρμενικής γενοκτονίας και την καταστροφή του μικρασιατικού ελληνισμού στην οποία περιλαμβάνονται οι αναμνήσεις των παιδικών και εφηβικών χρόνων του συγγραφέα, μνήμες από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και μαρτυρίες από την απόβαση των Αγγλογάλλων στη Μερσίνα, το Γαλλοτουρκικό Πόλεμο, τη συμφωνία της Άγκυρας και την έξοδο των Ελλήνων και των Αρμενίων, την ανταλλαγή των πληθυσμών και την οριστική εγκατάστασή του στην Αθήνα.
 
 http://ellada-history.blogspot.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου