Κυριακή 26 Μαΐου 2019

Βαριά κληρονομιά το «αριστούργημα» των Πρεσπών

Του Νίκου Μελέτη
Η Συμφωνία των Πρεσπών, το... αριστούργημα, κατά δήλωση του ίδιου του πρωθυπουργού, είναι το κορυφαίο «επίτευγμα» της κυβέρνησης στον κρίσιμο τομέα της εξωτερικής πολιτικής και η «κληρονομιά» που θα αφήσει πίσω της. Μια συμφωνία στην οποία, με τον τρόπο που μεθοδεύτηκε και με τον τρόπο που τη διαπραγματεύθηκε η κυβέρνηση, εργαλειοποιώντας την για εσωτερικές πολιτικές σκοπιμότητες, δεν δόθηκε η δυνατότητα να αποτυπωθούν στο αποτέλεσμα τα συγκριτικά πλεονεκτήματα και τα διαπραγματευτικά όπλα που διέθετε η χώρα ώστε να κλείσει οριστικά την «εκκρεμότητα» και να μην αφήσει γκρίζες ζώνες για το μέλλον.

Όμως η Συμφωνία των Πρεσπών λειτούργησε όχι μόνο ως το μέσο για να ανακαλύψει δεύτερο διακύβευμα η κυβέρνηση (μετά την έξοδο από το δικό της μνημόνιο) αλλά και ως κολυμβήθρα του Σιλωάμ για τη διόρθωσή της διεθνούς εικόνας της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ.

Η κυβέρνηση στη μέχρι τώρα θητεία της κατόρθωσε να αναδείξει το πώς μια αριστερή παράταξη ή έστω μια αντισυστημική δύναμη με αντιαμερικανική ρητορική και πρακτική μετατρέπεται στην «αγαπημένη» κυβέρνηση της Ουάσινγκτον και σταθερή φίλη της Α. Μέρκελ.

Γιατί αυτό που διαρκώς προβάλλεται ως αναβάθμιση του διεθνούς κύρους της χώρας δεν είναι τίποτε περισσότερο από τον ενθουσιασμό Αμερικανών και Ευρωπαίων για την υπογραφή της Συμφωνίας των Πρεσπών με κρίσιμες υποχωρήσεις στον πυρήνα της διαφοράς, αλλά και η ανακούφιση των δανειστών που μια «επαναστατική», όπως φαινόταν, κυβέρνηση, τελικά αποδείχθηκε η συνεπέστερη μνημονιακή κυβέρνηση…

Με αυταπάτες στα ελληνοτουρκικά που γρήγορα προσέκρουσαν στα «σύνορα της καρδιάς» και στο «ξαναγράψιμο της Λοζάνης» από τον Ταγιπ Ερντογάν, η χώρα οδηγείται τώρα χωρίς αξιόπιστη αποτρεπτική ισχύ σε μια κρίση διαρκείας με την Τουρκία, όπου ακόμη κι αν η τουρκική επιθετικότητα ξεσπάσει μόνο στην Κυπριακή ΑΟΖ, αυτό κάθε άλλο παρά απαλλάσσει την Αθήνα από δύσκολες και κρίσιμες επιλογές.


Η καρέκλα του Καμμένου

Στο Σκοπιανό η κυβέρνηση δεν είχε αρχικά τίποτε άλλο να πράξει, παρά να συντηρήσει την εκκρεμότητα, καθώς η ύπαρξη του Π. Καμμένου στη σύνθεσή της δεν θα επέτρεπε κινήσεις στην κατεύθυνση της συνθέτης ονομασίας.

Όμως η «αγάπη» για την εξουσία έκανε τον κ. Καμμένο να μένει στην κυβέρνηση όχι μόνο μέχρι και την υπογραφή της συμφωνίας, αλλά και μετά το δημοψήφισμα στα Σκόπια, και μετά την έγκριση των συνταγματικών αλλαγών στη γειτονική χώρα, με αποτέλεσμα όταν ήρθε η ώρα της ελληνικής Βουλής, να έχει απολέσει πρακτικά την Κοινοβουλευτική Ομάδα του, καθώς κάποιοι έδειξαν μεγαλύτερη αγάπη για την καρέκλα που τους εξασφάλιζε ο ΣΥΡΙΖΑ, παρά για τη «Μακεδονία» και τον κ. Καμμένο.

Έκτοτε σε πολιτικό επίπεδο παρακολουθεί άναυδη η κοινή γνώμη και με ανοχή η κυβέρνηση τη μάχη αλληλοεξόντωσης των μέχρι πρότινος δύο κορυφαίων υπουργών, του Π. Καμμένου και του Ν. Κοτζιά, που δεν εξαντλείται μόνο σε ύβρεις αλλά εκτρέπεται σε πρωτοφανείς κατηγορίες για πράκτορες, μίζες, σκάνδαλα κ.ά.

Η κυβέρνηση απέφυγε από την αρχή να επιδιώξει την εθνική συνεννόηση και να προχωρήσει κατόπιν στη διαπραγμάτευση για το Σκοπιανό. Και ο ίδιος ο κ. Κοτζιάς επέλεξε να εφαρμόσει τη δική του διαπραγματευτική τακτική, με πολλές εκπτώσεις σε θέματα ουσίας, θεωρώντας ότι μόνο έτσι θα μπορούσε να επιλυθεί η διαφορά.
Για την κυβέρνηση, από ένα σημείο και μετά, η όποια επίλυση της διαφοράς έδειχνε να υπερτερεί της επιδίωξης για μια καλή λύση, ωσάν να είχε αναληφθεί... δέσμευση. Και αυτό δεν αφορά μόνο τις πρόσφατες δηλώσεις του κ. Τσίπρα (στους «Financial Times») και τις συνομιλίες που είχε με την Α. Μέρκελ για την απόφασή του να λύσει το ονοματολογικό...

Με τη μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού απέναντί της, η κυβέρνηση επέλεξε να προχωρήσει στο κλείσιμο ενός σημαντικού ζητήματος της εξωτερικής πολιτικής, στηριζόμενη σε κουτσές και νόθες κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες, δεσμεύοντας πλέον αμετάκλητα τη χώρα.

Για τον ΣΥΡΙΖΑ, που το ονοματολογικό ποτέ δεν ήταν «θέμα» και όταν η κυρίαρχη θέση της Αριστεράς ήταν για αναγνώριση, ακόμη και με το όνομα «Δημοκρατία της Μακεδονίας», ήταν λογικό η Συμφωνία των Πρεσπών να φαντάζει «αριστούργημα».

Γλώσσα και εθνική ταυτότητα

Η αντίληψη της win win διαπραγμάτευσης και με δεδομένο ότι τα Σκόπια θα δέχονταν φυσικά την αλλαγή της ονομασίας, η οποία δεν μπορούσε παρά να συνοδεύεται με συνταγματική αλλαγή, κατέληξε σε σοβαρά και ουσιαστικά ανταλλάγματα.

Την αναγνώριση από την Ελλάδα της «μακεδονικής γλώσσας», ρυθμίσεις που επιτρέπουν την διατήρηση της «μακεδονικής ταυτότητας» και, κυρίως, την ελεύθερη χρήση των όρων «Μακεδονία, Μακεδόνας, Μακεδονικός» για κάθε μη επίσημη κρατική χρήση...

Ανταλλάγματα που καθιστούν ετεροβαρή τη Συμφωνία των Πρεσπών, καθώς φαίνεται σαν να μην επιδιώχθηκε η εξάντληση των διπλωματικών, πολιτικών και οικονομικών μέσων που διέθετε η Ελλάδα ώστε να επιτύχει μια επιτυχή συμφωνία.

Η μάχη το επόμενο διάστημα θα πρέπει να εστιασθεί στο να περιορισθούν οι αρνητικές συνέπειες που μπορεί να έχει η υπερεκμετάλλευση των δυνατοτήτων που προσφέρει η Συμφωνία των Πρεσπών στα Σκόπια, προκειμένου να διολισθήσει η λύση σε μορφή «διπλής ονομασίας», όπου για τους κρατικούς φορείς, με την απολύτως στενή έννοια του όρου, θα ισχύει η νέα συνταγματική ονομασία και σε κάθε άλλη χρήση θα παραμένει και θα διατηρείται, και μάλιστα με την ελληνική «σφραγίδα», ο όρος «Μακεδονία» και «Μακεδονικός».

Αναδημοσίευση από τον Φιλελεύθερο
Liberal



https://kostasxan.blogspot.com/2019/05/blog-post_815.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου