Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2025

Η χαμένη τιμή των ελληνικών ταχυδρομείων

Της ΑΡΙΑΔΝΗΣ ΧΑΤΖΗΓΙΩΡΓΗ

Φωτογραφία: Στη γειτονιά μου, ο ταχυδρόμος ήταν και λυρικός τραγουδιστής -και μάλιστα πολύ καλός- κι έφερνε τα γράμματα τραγουδιστά. Δεν θυμάμαι το όνομά του, αλλά τί σημασία έχει! Το αμέτρητο κοινό του, πίσω από τα τζάμια, θα τον θυμάται.

Στο ταχυδρομείο πηγαίναμε καμιά δεκαριά μέρες πριν τα Χριστούγεννα για να στείλουμε τις κάρτες. Οι κάρτες ήταν γραμμένες από την προηγούμενη, συνήθως Σάββατο, και χωρισμένες σε πέντε-έξι κατηγορίες, γιατί είχαμε φίλους και ξενιτεμένους συγγενείς σε πολλές χώρες.

Το βράδυ, αφού τις είχαμε γράψει, με χωριστά μηνύματα και χαιρετίσματα στον καθένα, καθόμουν για λίγο στα κρυφά, άνοιγα το χάρτινο φύλλο του φακέλλου που έμπαινε μέσα χωρίς να κλείνει, γιατί ανοιχτές πήγαιναν πιο φτηνά, και χάζευα τις ωραίες εικόνες, τόσες πολλές, τόσο πολύχρωμες, διαλεγμένες προσεκτικά, να ταιριάζουν στον κάθε παραλήπτη, από το φωτογραφείο του Λυκίδη. Την άλλη μέρα, Κυριακή, πηγαίναμε στο κεντρικό ταχυδρομείο, που ήταν πάντα ανοιχτό τις Κυριακές, με μια τσάντα καλά γεμάτη για να τις στείλουμε. Το εσωτερικό ήταν μεγαλοπρεπές. Μεγάλο, χωρίς να σε καταπιέζει, με σχεδιασμό υψηλού επιπέδου και τέλεια ακουστική -οι ήχοι έσβηναν απαλά χωρίς να σ’ ενοχλούν-, με λιτές γραμμές και πολυτελή συμπαγή μάρμαρα σε σκούρο χρώμα. Το κτίριο ανάπνεε. Σ’ έκανε να αισθάνεσαι ότι η αλληλογραφία που έστελνες ή περίμενες να λάβεις ήταν ένα πράγμα σπουδαίο, σαν εξομολόγηση ή σαν να πηγαίνεις να ψηφίσεις. Ήταν ένα έργο τέχνης, που χαιρόσουν να χρησιμοποιείς το αγαθό των υπηρεσιών του. Το ταχυδρομείο σου έφερνε την αγάπη των δικών σου, τα βιβλία από τον έξω κόσμο, τη βεβαιότητα ότι δεν είσαι μόνος. Όχι άδικα, λίγο αργότερα, στο κεντρικό ταχυδρομείο είχαν τις Κυριακές συνάντηση οι λιγοστές Φιλιππινέζες της Θεσσαλονίκης. Κάθονταν στους μαρμάρινους πάγκους, που ήταν αντάξιοι παλιού, καλού μουσείου, ώρα πολλή και μιλούσαν χαρούμενα στη γλώσσα τους χωρίς να χρειάζεται να παραγγείλουν τίποτα.

Πραξικοπηματικά και χωρίς κανείς να ρωτήσει τους χιλιάδες ανθρώπους που απολάμβαναν το πολιτισμένο κοινό κτήμα, το έκλεισαν το κεντρικό ταχυδρομείο για να εξοικονομήσουν χρήματα. Το εγκατέστησαν σ’ ένα μίζερο κατάστημα, δυό δρόμους πιο πάνω, όπου μέχρι και οι υπάλληλοι, στριμωγμένοι και πατικωμένοι από το χαμηλό ταβάνι, έχασαν κάθε αρχοντιά, και φώναζαν ή θύμωναν, όπως σε κάθε κακομοίρικη δημόσια υπηρεσία. Μετά το ξαναμετακίνησαν, αλλά πάλι τους τελείωσαν αυτά που εξοικονόμησαν κι έκλεισαν άλλα καταστήματα, πολλά μικρά που εξυπηρετούσαν γρήγορα τις γειτονιές, με ιδιαίτερη κατανόηση για τους μεγάλους ανθρώπους.  Έστειλαν έτσι πενταπλάσια δουλειά στο κεντρικό ταχυδρομείο, να περιμένεις στην ουρά με τις ώρες σαν να έκανες κανένα έγκλημα κι έπρεπε να σε τιμωρήσουν. Πάλι τελειώσαν τα χρήματα που εξοικονόμησαν και σκαρφίστηκαν πώς να ανεβάσουν τις τιμές. Εκεί που γράμμα απλό έφτανε στην Αθήνα την άλλη μέρα, το απλό, που διπλασιάστηκε η τιμή του, έφτανε στις τρεις βδομάδες και για να πάει σε τρεις μέρες έπρεπε να πληρώσεις δυόμιση φορές την τιμή του απλού. Σου λέγαν δηλαδή ξεκάθαρα, “κορόιδο, τί κάθεσαι και περιμένεις, τράβα παραδίπλα, που άνοιξαν ειδικά πριν ανεβάσουμε τις τιμές τόσα γραφεία ταχυμεταφορών, τράβα να εξυπηρετηθείς, γιατί και εμείς υπάλληλοι είμαστε και δεν θα σκάμε για σένα που ιδρωκοπάς και διαμαρτύρεσαι”. Για να μη διαμαρτύρεσαι και πολύ και για να μην τρώνε οι πονηροί τη θέση του μπροστινού τους και για να μειωθούν τα επεισόδια και οι λιγοθυμίες, ρυθμίζουν την ουρά σεκιουριτάδες. Πάω σπανίως πια, κι αυτό μόνο όταν είναι ανάγκη. Τις ώρες λειτουργίας τις Κυριακές και αυτές τις μείωσαν, μπορεί σήμερα να τις έχουν καταργήσει κιόλας, θα σας γελάσω. Μια Κυριακή είχε ο κόσμος που μπορούσε να πάει με άνεση, ενώ έκανε τον περίπατό του να στείλει και να λάβει. Τί τους πείραζε; Η Κυριακάτικη βόλτα είναι για να ψωνίζεις! Συγκεντρώσου! Δεν είναι για να χαζεύεις και να καλοπερνάς! Τράβα να ψωνίσεις. Μπρός! Τι άλλο θα σκαρφίζονταν να πλήξουν κι άλλο την επικοινωνία και την παρηγοριά; Θα κλείσουν τα μισά ταχυδρομεία σε όλη την Ελλάδα, όχι στα χωριουδάκια, αλλά στις κωμοπόλεις που είχαν απομείνει κι ολόκληρες περιοχές βασίζονταν σ’ αυτά για τις συντάξεις, τα δέματα και τα διοικητικά έγγραφα. Ταχυδρόμος βέβαια στα μικρά μέρη δεν περνούσε, πήγαινες εσύ και στηνόσουν, αλλά η ουρά ήταν μικρή, όλο και υπήρχαν πέντε καρέκλες και οι υπάλληλοι ήταν γνωστοί, γνώριζαν την κάθε περίπτωση και βοηθούσαν. Σπουδαίοι εγκέφαλοι, το έβαλαν κάτω, το βασάνισαν και το βρήκαν! Κλείστε τα, να μην έχουν αποκούμπι πουθενά οι ανήμποροι, οι μεγάλοι άνθρωποι που ζουν τα παιδιά τους μακριά, ο καθένας που ακόμα θέλει να γράφει ένα γράμμα με το χέρι ή να παραγγέλνει ένα βιβλίο, που δεν μπορεί αλλιώς να το βρει. Να ερημώσει κι άλλο η ερημιά μας.

Κυνηγούν την αρχοντιά, κυνηγούν το δημόσιο αγαθό, κυνηγούν τα χρηστά συναλλακτικά ήθη -γιατί ήθος είναι όταν σε πληρώνουν να κάνεις τη δουλειά για την οποία σε πληρώνουν κι όχι να τους βαράς και από πάνω σαν κοινός τραμπούκος- και πάλι το βαρέλι δεν γιομίζει. Δεν φταίει το βαρέλι. Φταίνε οι φωστήρες που δεν μπορούν να μοιράσουν δυό γαϊδουριώ άχυρο κι είναι τόσο απολίτιστοι, που δεν μπορούν να καταλάβουν τί έχει και και τί δεν έχει σημασία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου