Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2025

Η βρετανική προσφορά εκχώρησης της Κύπρου το 1915: Μια χαμένη ευκαιρία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής

Της Αναστασίας Δάβαρη,

Τον Οκτώβριο του 1915, εν μέσω του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και του περίπλοκου διπλωματικού σκηνικού των Βαλκανίων, σημειώθηκε ένα από τα πλέον ιδιότυπα και εμβληματικά επεισόδια της νεότερης ελληνικής και κυπριακής ιστορίας: Η βρετανική πρόταση εκχώρησης της Κύπρου στην Ελλάδα ως αντάλλαγμα για την είσοδο της τελευταίας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ. Η προσφορά αυτή, που διατυπώθηκε επίσημα στις 17 Οκτωβρίου 1915, έμελλε να αποτελέσει μια από τις «χαμένες ευκαιρίες» της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, καθώς ουδέποτε αξιοποιήθηκε.

Eφημερίδα «Εμπρος» 09.10.1915. Πηγή Εικόνας: edromos.gr

Η συγκεκριμένη διπλωματική πρωτοβουλία αποκαλύπτει την πολυπλοκότητα των συμμαχικών σχεδιασμών στην Ανατολική Μεσόγειο, τη βαθιά πολιτική διχοστασία της Ελλάδας την περίοδο του Εθνικού Διχασμού, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο οι Μεγάλες Δυνάμεις αντιμετώπιζαν τα μικρότερα κράτη ως πιόνια στη σκακιέρα των παγκόσμιων ισορροπιών.

Μετά το 1878, στο πλαίσιο της συμφωνίας Αγγλίας–Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η Κύπρος τέθηκε υπό βρετανική διοίκηση, παραμένοντας, όμως, τυπικά υπό οθωμανική κυριαρχία. Το 1914, με την είσοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων, η Μεγάλη Βρετανία ανακοίνωσε μονομερώς την προσάρτηση του νησιού. Η Κύπρος, έτσι, από διοικητικό προτεκτοράτο μετατράπηκε σε βρετανική αποικία, γεγονός που έθεσε τις βάσεις για τον μετέπειτα αποικιακό της χαρακτήρα.

Την ίδια περίοδο, η Ελλάδα βρισκόταν σε δεινή εσωτερική πολιτική κρίση. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α’, επηρεασμένος από τις φιλογερμανικές του πεποιθήσεις και τις οικογενειακές του σχέσεις με τον Κάιζερ Γουλιέλμο Β΄, υποστήριζε τη συνέχιση της ουδετερότητας. Αντίθετα, ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος πίστευε ότι η ένταξη στο πλευρό της Αντάντ αποτελούσε στρατηγική επιλογή που θα διασφάλιζε τα ελληνικά συμφέροντα στη Μακεδονία και στο Αιγαίο. Η αντιπαράθεση αυτή κορυφώθηκε, δημιουργώντας τις συνθήκες για τη ρήξη που έμεινε γνωστή ως «Εθνικός Διχασμός».

Στις 17 Οκτωβρίου 1915, ο Βρετανός πρέσβης στην Αθήνα, Sir Francis Elliot, μετέφερε επίσημα στην κυβέρνηση του Αλέξανδρου Ζαΐμη την πρόθεση του Λονδίνου να προσφέρει την Κύπρο στην Ελλάδα. Σαφώς, η βρετανική προσφορά δεν ήταν άνευ όρων και προέβλεπε ότι η Ελλάδα θα έπρεπε να εγκαταλείψει την ουδετερότητα και να εξέλθει ενεργά στον πόλεμο υπέρ της Αντάντ, παρέχοντας στρατιωτική συνδρομή στη Σερβία, η οποία ήδη δεχόταν την πίεση των αυστριακών και βουλγαρικών στρατευμάτων.

Η πρόταση αυτή, που εδράζονταν σε στρατηγικά κίνητρα της Μεγάλης Βρετανίας, είχε σαφή γεωπολιτική στόχευση: Η Αντάντ επιζητούσε τον έλεγχο των Βαλκανίων και την εξασφάλιση του νοτίου μετώπου της Σερβίας, ενώ η παραχώρηση της Κύπρου θα αποτελούσε ένα ισχυρό δέλεαρ για την Αθήνα, ιδίως αν αναλογιστεί κανείς, το διαχρονικό αίτημα των Ελλήνων για Ένωση του νησιού με τη μητέρα πατρίδα.

Η παραχώρηση της Κύπρου είχε σκοπό να εξασφαλίσει ελληνική στρατιωτική υποστήριξη, ιδίως στο μακεδονικό μέτωπο και στη διάσωση της Σερβίας. Επιπλέον, η Βρετανία επεδίωκε να ενισχύσει τη ναυτική της παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο και να προλάβει τυχόν γερμανική ή βουλγαρική διείσδυση στο Αιγαίο. Η πρόταση του 1915, συνεπώς, εντασσόταν σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ιμπεριαλιστικών και γεωστρατηγικών υπολογισμών.

Αλέξανδρος Ζαΐμης (1855–1936). Πηγή Εικόνας: el.wikipedia.org

Η μη αποδοχή της πρότασης είχε μακροπρόθεσμες συνέπειες. Η Κύπρος παρέμεινε υπό βρετανική κατοχή και, μετά τη Συνθήκη της Λωζάννης (1923), η Τουρκία αναγνώρισε την πλήρη βρετανική κυριαρχία επί του νησιού. Έτσι, η δυνατότητα ένωσης χάθηκε οριστικά για δεκαετίες. Η βρετανική αποικιοκρατία εγκαθιδρύθηκε σταθερά έως το 1960, όταν η Κύπρος απέκτησε την ανεξαρτησία της.

Η προσφορά του 1915, μολονότι δεν υλοποιήθηκε, παρέμεινε ως ένα υποθετικό σενάριο, ένα σημείο καμπής που θα μπορούσε να είχε αλλάξει ριζικά την πορεία του Κυπριακού. Για πολλούς ιστορικούς, το γεγονός αυτό αντικατοπτρίζει τη δυσκολία της Ελλάδας να εκμεταλλευθεί τις συγκυρίες, αλλά και το πώς οι εσωτερικές πολιτικές αντιθέσεις υπερίσχυσαν των εθνικών στρατηγικών στόχων.

Η βρετανική προσφορά εκχώρησης της Κύπρου στην Ελλάδα το 1915, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο, οι Μεγάλες Δυνάμεις χρησιμοποιούσαν εδαφικές υποσχέσεις ως εργαλείο εξωτερικής πολιτικής. Παράλληλα, καταδεικνύει πόσο καθοριστικός υπήρξε ο Εθνικός Διχασμός στην εξωτερική πολιτική της χώρας.

Η Ελλάδα, αν και βρέθηκε μπροστά σε μια μοναδική ευκαιρία εδαφικής επέκτασης και εθνικής ολοκλήρωσης, δεν κατόρθωσε να τη μετατρέψει σε διπλωματικό πλεονέκτημα. Η υπόθεση του 1915 δεν αποτελεί απλώς μια «χαμένη ευκαιρία», αλλά και ένα παράδειγμα του πώς η ιστορική συγκυρία, η εσωτερική πολιτική ισορροπία και η διεθνής συγκρότηση δυνάμεων καθορίζουν τις τύχες των εθνών.

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  • Cyprus and Greek Territorial Claims in World War I, academia.edu, διαθέσιμο εδώ
  • Ottoman rule, britannica.com, διαθέσιμο εδώ
  • Special Research Report No. 3: Cyprus: New Hope after 45 Years on the Security Council Agenda, securitycouncilreport.org, διαθέσιμο εδώ

https://www.offlinepost.gr/2025/10/17/h-bretanikh-prosfora-ekxwrhshs-ths-kyproy-to-1915-mia-xamenh-eykairia-ths-ekswterikhs-politikhs/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου